1. Η Πελλάνα ...την δεκαετία του 1950.
Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1953 από την πλαγιά του κοιμητηρίου.
(για να την μεγεθύνετε, κάνετε κλικ επάνω στην φωτογραφία)
2. Από τη λάμπα πετρελαίου ...ως τα κινητά και το διαδίκτυο!
Κοιτάζω καμιά φορά - κατά λάθος - τη λάμπα πετρελαίου που είναι ξεχασμένη, χρόνια τώρα, ψηλά στον τοίχο του σπιτιού μου στο χωριό και τότε συνειδητοποιώ - ξαφνικά - πόσα πράγματα άλλαξαν γρήγορα τις τελευταίες 3 με 4 δεκαετίες... Δίπλα της υπάρχει, ως κειμήλιο, και ένα φτωχικό λυχνάρι λαδιού - όχι του Αλλαντίν - που σε πάει ακόμα πιο πίσω, σε εποχές για τις οποίες, οι περισσότεροι από μας πια, ακούγαμε μάλλον παρά τις ζήσαμε από κοντά!
.
3. Η παραδοσιακή υφαντουργία. Πώς γινόταν...
Ζήτησα από την μητέρα μου να μας παρουσιάσει αναλυτικά οτιδήποτε γνωρίζει σχετικά με την παραδοσιακή υφαντική τέχνη των παλαιότερων εποχών... Όπως θα διαπιστώσετε, η παρουσίαση ήταν αρκετά αναλυτική και σας την μεταφέρω σχεδόν αυτούσια:
"Ο αργαλειός ήταν το βασικό εργαλείο με το οποίο φτιάχναμε τα διάφορα υφάσματα στο νοικοκυριό μας... Για να φτιάξουμε π.χ. τα υφάσματα που τα λέγαμε ντρίλιες (είχαν πολύχρωμες ραβδώσεις), σταυρούλια (είχαν επάνω σταυρωτό σχέδιο) ή το κάμποτο (απλό λευκό ύφασμα), πρώτα έπρεπε να ιδιάσουμε το νήμα (το στρίμμα), είτε ενός είτε πολλών χρωμάτων, χρησιμοποιώντας μικρά παλούκια που τα μπήγαμε στη γη, γύρω από τα οποία τεντώναμε κατά σειρά το νήμα πολλές φορές μετρώντας το πλάτος αλλά και το μήκος του υφάσματος που θέλαμε.
Έπειτα παίρναμε με προσοχή αυτή τη σειρά από τα ιδιασμένα νήματα, [που αποτελούσαν το στημόνι], και τα τοποθετούσαμε, τυλίγοντας τη μία τους άκρη, στο πρώτο αντί του αργαλειού, απέναντι από την υφάντρια. Μετά περνούσαμε ένα ένα τα νήματα πάλι με τη σειρά μέσα από τα δύο μιτάρια [από τη λέξη μίτος, π.β. ο μίτος της Αριάδνης], δηλ. τα δικτυωτά πλέγματα σκοινιών σε σχήμα 8 που ήταν στερεωμένα σε οριζόντια ξύλα. Έτσι, τα μιτάρια αυτά όριζαν δύο σειρές νημάτων, η μία σειρά επάνω και η άλλη ακριβώς αποκάτω (ώστε ανάμεσά τους να περνάει αργότερα εγκάρσια η κλωστή για την ύφανση). Ύστερα, περνούσαμε τα νήματα αυτά και από το, επίσης οριζόντιο, χτένι του αργαλειού, που τα κρατούσε σε ορισμένη σταθερή απόσταση το ένα δίπλα στο άλλο. Τέλος, τεντώναμε την αρχή των νημάτων στο δεύτερο αντί που βρισκόταν μπροστά στην υφάντρια, πάνω στο οποίο τυλιγόταν το ύφασμα που έφτιαχνε.
Για να υφάνουμε ένα ύφασμα, ήταν βεβαίως απαραίτητη και η κλωστή. Την κλωστή έπρεπε προηγουμένως με την βοήθεια ενός άλλου εργαλείου, της ανέμης, να την έχουμε τυλίξει στο μασούρι της σαΐτας. Περνούσαμε, λοιπόν, με τίναγμα του χεριού την σαΐτα εγκάρσια, ανάμεσα από τις δύο σειρές νημάτων που όριζαν τα μιτάρια, τη μια φορά από δεξιά προς τα αριστερά και την άλλη αντιστρόφως. Έπρεπε, όμως, παράλληλα να αλλάζουμε κάθε φορά και τη θέση στις δύο σειρές νημάτων (τη μια φορά ήταν επάνω η μία σειρά νημάτων, μετά πήγαινε αποκάτω και βρισκόταν επάνω η άλλη σειρά), ώστε να εγκλωβίζουν χιαστί την κλωστή ανάμεσά τους. Γι' αυτό πατούσαμε εναλλάξ τα δύο πεντάλια του αργαλειού [τις πατήθρες ή ποδαρικά], που μετακινούσαν καθέτως, για το λόγο αυτό, τα μιτάρια. Επιπλέον, χρειαζόταν να χτυπήσουμε με το χτένι δυνατά το σημείο εκείνο στο οποίο κάθε φορά περνούσε η κλωστή, για να σφίξει και να ενσωματωθεί με τις προηγούμενες σειρές της και να σχηματίσει το ύφασμα.
Με τον ίδιο τρόπο υφαίναμε και τις κουρελούδες, όπου όμως αντί για κλωστή και σαΐτα χρησιμοποιούσαμε ρέλια (λεπτές λωρίδες από παλιά ρούχα) που τα στερεώναμε στην εγκοπή που υπήρχε στην άκρη ενός ειδικού καλαμιού, που έπαιζε το ρόλο της σαΐτας.
Για να υφάνουμε τις γκαμηλιές (στρωσίδια), τα σακκιά, τα σακκούλια, τα ταγάρια, τις λιοπάνες, τα χαλιά, έπρεπε πρώτα να φτιάξουμε την δική τους κλωστή. Αρχικά, έπρεπε να κόψουμε σπάρτα, τα οποία, αφού τα δέναμε σε ματσάκια και τα βράζαμε σε καζάνι αρκετά, τα πηγαίναμε στον Ευρώτα, όπου τα ανακατεύαμε με άμμο και τα αφήναμε εκεί με λίγο νερό για 15 ημέρες. Κατόπιν, τα χτυπάγαμε πάνω σε μια πέτρα με τον κόπανο πολλές φορές, μέχρι να εμφανιστούν οι ίνες τους, τις οποίες ξεραίναμε στον ήλιο. Έπειτα, τις βάζαμε στη ρόκα και τις γνέθαμε με το αδράχτι, ώστε να γίνουν κλωστή, την οποία συνήθως την βάφαμε με βράσιμο σε διάφορα χρώματα.
Για τους ντορβάδες (τα σακκούλια με τροφή που κρέμαγαν στο στόμα του ζώου) χρειαζόμασταν πιο γερή κλωστή (επειδή πάθαιναν φθορές από τα ζώα, όταν τους πίεζαν στο έδαφος ψάχνοντας με το στόμα την τροφή τους), την οποία παίρναμε από τα φύλλα των αθάνατων μετά από κατεργασία μέσα από δύο χτένια που τα λέγαμε λανάρια.
Για τις βελέντζες (σκεπάσματα) και τα κιλίμια χρησιμοποιούσαμε μαλλί από πρόβατα, ενώ τα σάσματα (στρωσίδια-στρώματα) ήταν τράγινα. Έπειτα, τις βελέντζες και τα σάσματα τα πηγαίναμε στη νεροτριβή (στον Αη-Μάμα της Καστανιάς), για να φουσκώσει το ύφασμά τους και να αποκτήσουν χνούδι.
Οι καλύτερες υφάντριες της Πελλάνας ήταν, αναμφισβήτητα, οι δύο Σταυρογιωργέισσες (δηλ. η Βασιλική και η Στάμω Μαχαίρα), καθώς και η Ρηγίνα Χελιώτη."
4. Τα πανηγύρια της βόρειας Λακωνίας.
Ένα από τα ευχάριστα γεγονότα που συμβαίνουν κάθε καλοκαιράκι στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας, και φυσικά και στα χωριά του Δήμου μας, είναι βέβαια ...τα πανηγύρια! Ευτυχώς επιβιώνουν ακόμα μέσα στους "μοντέρνους" καιρούς μας και διατηρούν αμυδρά κάτι από την ατμόσφαιρα και την παράδοση των παλαιών καιρών... Μπορεί οι καιροί ή τα ήθη να έχουν αλλάξει δραματικά στις ημέρες μας, αλλά αυτή η αυθόρμητη λαϊκή συμμετοχή στις συνάξεις αυτές της γιορτής, του χορού, της φαγοποσίας και της επικοινωνίας δεν έχει μειωθεί. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι τα χωριά μας "ζωντανεύουν" κάθε καλοκαίρι με αυτό τον τρόπο, αφού τα πανηγύρια προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους από γειτονικά χωριά (τώρα πια υπάρχει η ευκολία μετακίνησης με τα ιδιωτικά αυτοκίνητα) αλλά και συμπατριώτες από διάφορα μέρη του εσωτερικού ή και του εξωτερικού. Πολλοί είναι εκείνοι που συνδυάζουν τις διακοπές τους στο χωριό με τις ημερομηνίες που γίνονται τα πανηγύρια στην περιοχή και έτσι υπάρχει και η δυνατότητα να επικοινωνήσουν με πολλούς συμπατριώτες που η παρουσία τους εκεί συμπίπτει χρονικά για τον ίδιο λόγο αυτήν την εποχή.
Βέβαια οι γονείς μας, και οι παλαιότεροι γενικά, μας τονίζουν ότι άλλη χάρη είχε παλαιότερα το πανηγύρι στο κάθε χωριό και άλλο πράγμα είναι σήμερα.., αλλά συμφωνούν ότι, όπως και να 'χει, σημασία έχει πως η παράδοση συνεχίζεται. Μ' αρέσει που ακόμα διατηρείται στα μέρη μας η παράδοση του φαγητού με την γουρουνοπούλα (ή μπουζοπούλα όπως την λέμε βέβαια εμείς στην Λακωνία) στην λαδόκολλα... Το κέφι, ο χορός, η κρασοκατάνυξη (θα λέγαμε και η μπυροκατάνυξη πλέον) δεν λείπει φυσικά καθόλου από όλους μας...
Όμως, η μουσική που παράγεται από τα λαϊκά συγκροτήματα είναι δυστυχώς πολύ ..ηλεκτρική. Η ένταση του ήχου είναι "τίγκα", που λέμε, τα ηχεία δονούνται στο έπακρο των δυνατοτήτων τους και επομένως η παραμόρφωση του σήματος είναι μη αποφευκτέα, ενώ το μπουζούκι ακούγεται πολύ ηλεκτρικό στα αυτιά σου, χάνεται ο γλυκός του ήχος, γίνεται σκληρός, επιθετικός. Κι όμως, δεν παραπονιέσαι.., έτσι είναι εδώ τα πράγματα, λες μέσα σου, και αποδέχεσαι συγκαταβατικά τα πρίμα του.., ενώ την ίδια στιγμή τα μπάσα από τα άλλα όργανα δονούν σαν κύματα ολόκληρο το κορμί σου και το ωθούν να σηκωθεί και να χορέψει... Παρασύρεσαι, λοιπόν, σε αυτή την ηλεκτρο-διονυσιακή ατμόσφαιρα της βραδιάς, που τελειωμό δεν έχει! Όμως, άλλη χάρη είχε ο φυσικός ήχος από το έξοχο κλαρίνο του Γιώργη Μπιστόλα (από την Πελλάνα), όπως και το κλαρίνο του Κέκκου (από την Αλευρού) και του Γιώργη Βέργαδου (από τα Βεργαδέικα, 2ος από αριστερά στην φωτογραφία), την κιθάρα και το λαούτο του Παναγιώτη Αλούπη (από την Πελλάνα, 2ος από δεξιά) και του Θύμιου Τουρνά (από τον Άγιο Κων/νο, 1ος από δεξιά), το βιολί του Κωστή Βέργαδου (από τα Βεργαδέικα, 1ος αριστερά), το βιολί του Βύνιου και του Νεοφώτιστου (και οι δύο από το Γεωργίτσι), καθώς επίσης ο Τόκας (από το Παρδάλι), ο Ρουπακιάς και οι άλλοι οργανοπαίκτες της ευρύτερης περιοχής στην δεκαετία του '70, του '60 και προς τα πίσω...
Το πιο ονομαστό, βέβαια, πανηγύρι στην βόρεια Λακωνία ήταν και είναι η εμποροπανήγυρη του Μυστρά, που είναι πολυήμερη γύρω από την εορτή του Αποκεφαλισμού του Προδρόμου (από 26/8 έως 2/9), έχει μεγάλη εμπορική κινητικότητα και αθρόα προσέλευση κόσμου. Μεγάλη φήμη έχει αποκτήσει και το πανηγύρι της Αγόριανης που γίνεται τον Δεκαπενταύγουστο, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται πανηγύρι για την ίδια εορτή και στα Περιβόλια. Αντίστοιχο πανηγύρι, για την ίδια εορτή, υπάρχει και στα Βεργαδέικα, ενώ στον Λογκανίκο γίνεται στις 20/7, στην εορτή του Προφήτη Ηλία. Παρόμοιο πανηγύρι για τον Αη-Λια γίνεται και στο Γεωργίτσι, όπως και στις 27/7 στο εκκλησάκι του Αγ. Παντελεήμονα επάνω στην κορυφή του βουνού (ενώ προς το τέλος του Οκτωβρίου γίνεται στο χωριό αυτό και η γιορτή του τσίπουρου). Στο Καστόρειο (όπου γίνεται στο τέλος του Νοεμβρίου και η γιορτή της μπουκουβάλας) υπάρχει το πανηγύρι του Αη-Μάμα, που εφέτος συμπίπτει με το πανηγύρι της Βορδόνιας, το οποίο γίνεται στις 26/7, στην εορτή της Αγ. Παρασκευής. Στην Σελλασία έχει αποκτήσει μεγάλη αίγλη η τριήμερη γιορτή της ελιάς (6-8 Αυγούστου) που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ αξιόλογο είναι και το πανηγύρι που γίνεται στο Παρδάλι τον Αύγουστο, στα εννιάμερα της Παναγίας (23/8). Στην Πελλάνα το πανηγύρι του Σκουληκοκρασά γίνεται αρκετά αργά, στις 23 Σεπτεμβρίου, εορτή της Σύλληψης του Προδρόμου, και γι' αυτό είναι κάπως αποκομμένο από τα υπόλοιπα καλοκαιρινά πανηγύρια της περιοχής. Υπάρχουν, όμως, επιπλέον και άλλα πανηγύρια μέσα στο καλοκαίρι που γίνονται με πρωτοβουλία διαφόρων συλλόγων, όπως στην Πελλάνα αυτό που διοργανώνεται κάθε χρόνο από τον αθλητικό σύλλογο "Διόσκουροι".
Βέβαια οι γονείς μας, και οι παλαιότεροι γενικά, μας τονίζουν ότι άλλη χάρη είχε παλαιότερα το πανηγύρι στο κάθε χωριό και άλλο πράγμα είναι σήμερα.., αλλά συμφωνούν ότι, όπως και να 'χει, σημασία έχει πως η παράδοση συνεχίζεται. Μ' αρέσει που ακόμα διατηρείται στα μέρη μας η παράδοση του φαγητού με την γουρουνοπούλα (ή μπουζοπούλα όπως την λέμε βέβαια εμείς στην Λακωνία) στην λαδόκολλα... Το κέφι, ο χορός, η κρασοκατάνυξη (θα λέγαμε και η μπυροκατάνυξη πλέον) δεν λείπει φυσικά καθόλου από όλους μας...
Όμως, η μουσική που παράγεται από τα λαϊκά συγκροτήματα είναι δυστυχώς πολύ ..ηλεκτρική. Η ένταση του ήχου είναι "τίγκα", που λέμε, τα ηχεία δονούνται στο έπακρο των δυνατοτήτων τους και επομένως η παραμόρφωση του σήματος είναι μη αποφευκτέα, ενώ το μπουζούκι ακούγεται πολύ ηλεκτρικό στα αυτιά σου, χάνεται ο γλυκός του ήχος, γίνεται σκληρός, επιθετικός. Κι όμως, δεν παραπονιέσαι.., έτσι είναι εδώ τα πράγματα, λες μέσα σου, και αποδέχεσαι συγκαταβατικά τα πρίμα του.., ενώ την ίδια στιγμή τα μπάσα από τα άλλα όργανα δονούν σαν κύματα ολόκληρο το κορμί σου και το ωθούν να σηκωθεί και να χορέψει... Παρασύρεσαι, λοιπόν, σε αυτή την ηλεκτρο-διονυσιακή ατμόσφαιρα της βραδιάς, που τελειωμό δεν έχει! Όμως, άλλη χάρη είχε ο φυσικός ήχος από το έξοχο κλαρίνο του Γιώργη Μπιστόλα (από την Πελλάνα), όπως και το κλαρίνο του Κέκκου (από την Αλευρού) και του Γιώργη Βέργαδου (από τα Βεργαδέικα, 2ος από αριστερά στην φωτογραφία), την κιθάρα και το λαούτο του Παναγιώτη Αλούπη (από την Πελλάνα, 2ος από δεξιά) και του Θύμιου Τουρνά (από τον Άγιο Κων/νο, 1ος από δεξιά), το βιολί του Κωστή Βέργαδου (από τα Βεργαδέικα, 1ος αριστερά), το βιολί του Βύνιου και του Νεοφώτιστου (και οι δύο από το Γεωργίτσι), καθώς επίσης ο Τόκας (από το Παρδάλι), ο Ρουπακιάς και οι άλλοι οργανοπαίκτες της ευρύτερης περιοχής στην δεκαετία του '70, του '60 και προς τα πίσω...
Το πιο ονομαστό, βέβαια, πανηγύρι στην βόρεια Λακωνία ήταν και είναι η εμποροπανήγυρη του Μυστρά, που είναι πολυήμερη γύρω από την εορτή του Αποκεφαλισμού του Προδρόμου (από 26/8 έως 2/9), έχει μεγάλη εμπορική κινητικότητα και αθρόα προσέλευση κόσμου. Μεγάλη φήμη έχει αποκτήσει και το πανηγύρι της Αγόριανης που γίνεται τον Δεκαπενταύγουστο, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνεται πανηγύρι για την ίδια εορτή και στα Περιβόλια. Αντίστοιχο πανηγύρι, για την ίδια εορτή, υπάρχει και στα Βεργαδέικα, ενώ στον Λογκανίκο γίνεται στις 20/7, στην εορτή του Προφήτη Ηλία. Παρόμοιο πανηγύρι για τον Αη-Λια γίνεται και στο Γεωργίτσι, όπως και στις 27/7 στο εκκλησάκι του Αγ. Παντελεήμονα επάνω στην κορυφή του βουνού (ενώ προς το τέλος του Οκτωβρίου γίνεται στο χωριό αυτό και η γιορτή του τσίπουρου). Στο Καστόρειο (όπου γίνεται στο τέλος του Νοεμβρίου και η γιορτή της μπουκουβάλας) υπάρχει το πανηγύρι του Αη-Μάμα, που εφέτος συμπίπτει με το πανηγύρι της Βορδόνιας, το οποίο γίνεται στις 26/7, στην εορτή της Αγ. Παρασκευής. Στην Σελλασία έχει αποκτήσει μεγάλη αίγλη η τριήμερη γιορτή της ελιάς (6-8 Αυγούστου) που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ αξιόλογο είναι και το πανηγύρι που γίνεται στο Παρδάλι τον Αύγουστο, στα εννιάμερα της Παναγίας (23/8). Στην Πελλάνα το πανηγύρι του Σκουληκοκρασά γίνεται αρκετά αργά, στις 23 Σεπτεμβρίου, εορτή της Σύλληψης του Προδρόμου, και γι' αυτό είναι κάπως αποκομμένο από τα υπόλοιπα καλοκαιρινά πανηγύρια της περιοχής. Υπάρχουν, όμως, επιπλέον και άλλα πανηγύρια μέσα στο καλοκαίρι που γίνονται με πρωτοβουλία διαφόρων συλλόγων, όπως στην Πελλάνα αυτό που διοργανώνεται κάθε χρόνο από τον αθλητικό σύλλογο "Διόσκουροι".
5. Η Άσπρη Βρύση, τα καλντερίμια και τα αλώνια-πλατείες.
Ας ξεκινήσουμε πάλι την πορεία μας από την Άσπρη Βρύση... Από ό,τι μας λέγανε οι παλαιότεροι, άλλο πράγμα ...ήτανε τότε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο χώρος γύρω από αυτή την πηγή! Καταρχάς, εκείνα τα θεόρατα πλατάνια που υπήρχαν δίπλα στην πηγή προσέφεραν ένα ειδυλλιακό θέαμα.., αλλά, δυστυχώς, τα έκοψαν κάποια στιγμή για διάφορους λόγους ή δικαιολογίες... και από τότε η συνολική εικόνα της πηγής υποβαθμίστηκε για πάντα! Ευτυχώς, που μεγάλωσε αυτός ο πλάτανος που υπάρχει σήμερα, λίγο πιο κάτω από την πηγή, και χαρίζει αρκετή ομορφιά στον χώρο. Αλλά τι να το κάνεις.., τον περιβάλλει το τσιμέντο της υπερυψωμένης πλατείας που κατασκευάστηκε εκεί γύρω του, ενώ κάποτε γύρω από την πηγή υπήρχε πέτρινη παραδοσιακή κατασκευή, καθώς και μερικά τοιχία με αρκετά σωληνάρια, απ' όπου ανέβλυζε το νερό, ενώ στην διαδρομή του αυλακιού που διέσχιζε την πλατεία κολυμπούσαν μέχρι και πάπιες, δίνοντας συνολικά μια πολύ όμορφη εικόνα κάτω από εκείνα τα πλατάνια που λέγαμε...
Προχωράμε τώρα προς την ανηφόρα που οδηγεί προς την κεντρική πλατεία του χωριού... Ο δρόμος, βέβαια, είναι στρωμένος με τσιμέντο σήμερα, αλλά κάποτε όλοι οι βασικοί δρόμοι του χωριού ήταν καλντερίμια, καθώς ήταν σκεπασμένοι με ποταμίσιες αυγουλωτές πέτρες σε ευθεία σχεδόν διάταξη. Μου άρεσε ιδιαίτερα, όταν ήμουν μικρός, εκείνο το καλοφτιαγμένο κομμάτι του καλντεριμιού που υπήρχε εκεί στα Καμπερέϊκα, πηγαίνοντας πρός την "πέτρινη γειτονιά" που λέω σε προηγούμενο άρθρο μας. Μακάρι να ξεσκέπαζαν δύο-τρία μέτρα από το τωρινό τσιμέντο και να το φανέρωναν, για να βλέπανε και οι νεότεροι πώς ήταν κάποτε εκεί το καλντερίμι...
.
.
6. Τα παραδοσιακά επαγγέλματα στο χωριό.
Ποια παραδοσιακά επαγγέλματα υπήρχαν και υπάρχουν στο χωριό εκτός από αυτά της γεωργίας και της κτηνοτροφίας;
Καταρχάς, επειδή ο κάμπος μας είναι κατάφυτος από ελαιόδενδρα, για την παραγωγή του λαδιού υπάρχουν τα ελαιοτριβεία του Καράγιαννη και του Φιλιππόπουλου (Φασαρία), καθώς και του Μίχου παλαιότερα, με τις σειρήνες τους να ακούγονται κάθε τόσο, οξύφωνες, μέσα στην κρύα νύχτα, την εποχή της συγκομιδής των ελιών... Υπήρχαν, όμως, παλαιότερα και άλλα τρία, τουλάχιστον, λιτρουβειά. Ένα ήταν αυτό του Κων/νου Μιχαλόπουλου (Χατζή) εκεί πίσω από το Παλαιόκαστρο, στα Χατζέικα, που είναι πλέον χάλασμα αλλά υπάρχουν ακόμα εκεί τα μεγάλα πέτρινα στρογγυλά λιθάρια. Το άλλο ήταν του Γεωργίου Μιχαλόπουλου (Τσέκερη), το οποίο παρέλαβε κατόπιν ο γυιος του, Σταύρος Μιχαλόπουλος, που βρισκόταν κάτω στον κάμπο, στα Σιγαλέικα και είχε την εξής πρωτοτυπία: τα λιθάρια περιστρέφονταν με την βοήθεια του νερού και όχι με τα άλογα, όπως συνέβαινε με τα υπόλοιπα λιτρουβειά της εποχής εκείνης. Τέλος, το τρίτο ήταν το ελαιοτριβείο του Γκουζούλη, δίπλα στο πύργο, κοντά στο σημερινό κοινοτικό γραφείο.
Έπειτα, υπάρχει ο μύλος του Σπύρου Δήμου μαζί με το αρτοποιείο που έχει ο γυιος του, ο Γιάννης. Προπολεμικά, όμως, αλλά και έως λίγο μετά το 1950, υπήρχε και ο νερόμυλος, που ήταν παράλληλα και ελαιοτριβείο, του Ηλία Σιγαλού (που το είχε συνεταιρικά μαζί με κάποιον Σμυρνιό από την Σπάρτη), αλλά σήμερα έχει καταντήσει πλέον ερείπιο αυτό το ογκώδες κτίσμα, εκεί στα Χατζέικα, πίσω από το Παλαιόκαστρο. Δίπλα από την πέτρα του μύλου είχε την τουρμπίνα του ελαιοτριβείου, καθώς και μια δίχρονη ημι-ντήζελ πετρελαιομηχανή, που την χρησιμοποιούσαν όταν δεν επαρκούσε το νερό.
Επίσης, υπήρχε μέχρι πρόσφατα το παραδοσιακό σαγματοποιείο, δηλαδή σαμαράδικο, του Παναγιώτη Βαρούτσου, που ήταν βέβαια, ταυτόχρονα, και πεταλωτήριο, στην αρχή της ανηφόρας από την Άσπρη Βρύση προς τα δυτικά του χωριού. Εκεί τον βλέπαμε συχνά να φτιάχνει άλλοτε κάποιο σαμάρι αλόγου ή γαϊδουριού και άλλοτε να καλιγώνει, να πεταλώνει δηλαδή, κάποιο άλογο, χτυπώντας με τέχνη τα καρφιά μέσα στην οπλή του ζώου...
Ακριβώς πιο πάνω από αυτό το μαγαζί είναι και το σιδεράδικο του Νίκου Λαφογιάννη (που το συνεχίζει τώρα ο γιος του, ο Δημήτρης). Μεγάλη υπόθεση να υπάρχει τέτοιο μαγαζί, γιατί δεν είναι και εύκολο πράγμα, εδώ που τα λέμε, να συναντήσεις τέτοιου είδους εργαστήριο σε κάθε χωριό...
Επίσης, ο Χρήστος Λαφογιάννης, αδερφός του προηγούμενου, είχε ανοίξει μάντρα υλικών οικοδομής, λίγο πιο πέρα από το ελαιοτριβείο του Φιλιππόπουλου, κυρίως για τσιμεντόλιθους, που λειτουργούσε από τις αρχές της δεκαετίας του '70 μέχρι πρόσφατα.
Παλαιότερα υπήρχαν τρία ασβεστοκάμινα στην περιοχή μας: στο Μουσουλόγλι του Παναγιώτη Αλούπη και του Ρουμελιώτη (Μακαρ/να), ενώ στα Μπιστολέικα, επάνω στον Πάρνωνα, του Ηλία Σιγαλού. Τα καμίνια αυτά απαιτούσαν μεγάλη ποσότητα ξύλων, κυρίως πουρνάρια και άλλα δένδρα από τον Πάρνωνα, για να διατηρούνται για πολλές ώρες σταθερά σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, αλλά και μεγάλη τέχνη για να λειτουργήσουν σωστά, ώστε από τις κατάλληλες πέτρες που τοποθετούσαν κατά στοίβες περιμετρικά στα τοιχώματά τους να παραχθεί τελικά το χωρύγι [< μεσαιων. χωρύγιον < αρχ. έγχωρος + ορύσσω (= σκάβω), π.β. εγχώριος, όρυγμα], δηλ. το ασβέστι.
Υπήρχαν, όμως, και τρία κεραμιδάδικα: του (χηρο-)Παναγιώτη Ρουμελιώτη δίπλα στο σπίτι του, στην είσοδο του χωριού, ενώ κοντά στον Αη-Γιάννη ήταν του Σπύρου Σιγαλού (Πουρνάρα) και του Ασπούλη. Το κατάλληλο χώμα το έπαιρναν από το άσπρο λινόχωμα της περιοχής Τρυπόρραχη καθώς και από τις Σπηλιές (λίγο πιο κάτω από τους μυκηναϊκούς τάφους), έφτιαχναν τον πηλό με την προσθήκη νερού, καλούπωναν τα κεραμίδια και τα έψηναν για αρκετές ώρες, ενώ στην συνέχεια τα άπλωναν στην γύρω περιοχή, για να στεγνώσουν με την βοήθεια των ακτίνων του ηλίου.
Άλλη, βέβαια, πιο συνηθισμένη δουλειά είναι αυτή του οικοδόμου, καθώς και η πιο εξειδικευμένη τέχνη των πετράδων παλαιότερα, που έρχονταν συνήθως από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, όπως π.χ. ο μαστρο-Μήτσος ο Θεοδωρόπουλος...
Επιπλέον, υπήρχε και η δουλειά του ξυλουργού, όπως π.χ. για τα δοκάρια στις σκεπές ή τα πατώματα στα σπίτια, στην οποία ξεχώριζε παλαιότερα ο Ντίνος Μπακής (Γκλίτσας), αλλά και για τα βαρέλια ή τις βουτσέλες, όπου εδώ παλαιότερα ήταν ειδικός στην κατασκευή τους ο Ντίνος Περδίκης. Αλλά υπήρχαν και ξυλοκόποι που έκοβαν τα κατάλληλα δέντρα (κυρίως κυπαρίσσια) και στην συνέχεια με την ζάκα, ένα είδος μεγάλου πριονιού, τα τεμάχιζαν και έκαναν καδρόνια, σανίδες και τα υπόλοιπα ξύλα που ήταν απαραίτητα για τις στέγες, τα πατώματα κλπ. των σπιτιών του χωριού μας.
Επίσης, στην κεντρική πλατεία υπήρχε λίγο παλαιότερα το τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Παρασκευά, απέναντι από την ταβέρνα του Μαλλιαρού, ενώ ακόμη πιο παλιά ήταν τσαγκάρης στο χωριό ο γερο-Μπιστόλας (Γιδάρης).
Αλλά υπήρχε και μελισσοκόμος παλαιότερα, που δεν είναι άλλος από τον διατελέσαντα αρκετές φορές πρόεδρο του χωριού, τον Γιάννη Γκλέκα, που τον βλέπαμε συχνά να μεταφέρει τις κυψέλες του με εκείνο το γαλάζιο φορτηγό που είχε στις δεκαετίες του '70 και '80.
Ακόμα, υπήρχε παλαιότερα και το περιστασιακό επάγγελμα του κουρέα, όπου εδώ για παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν ο, περίφημος για τα αστεία του, Γιώργης Ρασσιάς (Τασονάκος), καθώς και ο Σπύρος Ρασσιάς (Μελιγκόνης) που είχε και κανονικό κουρείο.
Υπήρχαν, βέβαια, και άλλα περιστασιακά (παρα)επαγγέλματα, όπως του "οδοντίατρου" (όπου πάλι εδώ ήταν σχετικός ο Σπύρος Ρασσιάς), του "κτηνίατρου" (π.χ. ο Δημήτρης Μιχαλόπουλος [Τσέκερης] και ο Πολύδωρος Βαρούτσος) για να ξεγεννάει ζώα ή να τους βάζει νάρθηκες κ.ά., αλλά και της μαμμής (π.χ. η Μαρίκα Παπαζήτη, η μάνα του Ασπούλη και η μάνα των Γιάννη και Χρήστου Κουλόγιαννη) κλπ... Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πόσο πολυτεχνίτης και πολυπράγμων γενικώς ήτανε και ο Λεωνίδας Μπιστόλας (πατέρας του οργανοπαίκτη Γιώργη Μπιστόλα), τον οποίο μεταξύ άλλων όλοι λίγο πολύ τον θυμόμαστε ..που επιδιόρθωνε κάθε τόσο το ρολόι του καμπαναριού! Σίγουρα, όμως, όλοι οι παλαιότεροι τον θυμόμαστε και ως ντελάλη να φωνάζει δυνατά και να ανακοινώνει τις τοπικές ειδήσεις (π.χ. Ακούσατε... ακούσατε... αύριο θα γίνει διακοπή του νερούουουου...). Αλλά υπήρχε και ο νεροφόρος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, για να ρυθμίζει το πώς θα γίνει το πότισμα με το νερό του Βιρού από το ένα χωράφι στο επόμενο, χωρίς καθυστέρηση και με αλληλουχία, ακόμα και καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας.
Για την παραδοσιακή υφαντουργία και τις υφάντριες (τις 2 Σταυρογιωργέισσες και την Ρηγίνα Χελιώτη) αναφερθήκαμε αναλυτικά παλαιότερα, στο 5.2 άρθρο μας, αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως υπήρχαν, και υπάρχουν, παράλληλα και οι μοδίστρες, όπως π.χ. η Μαργαρίτα Λαφογιάννη, η Κρυστάλλω Βαρούτσου, η Αφροδίτη Χελιώτη και η Μαρία Περδίκη.
Για τα παντοπωλεία-καφενεία και τις ταβέρνες έχουμε αναφέρει διεξοδικά στο 7.1 άρθρο μας τόσο τις θέσεις τους όσο και όλα τα ονοματεπώνυμα των ιδιοκτητών τους.
Τέλος, για τους παραδοσιακούς οργανοπαίκτες (Παναγιώτη Αλούπη και Γιώργη Μπιστόλα, καθώς και τους υπόλοιπους των γύρω χωριών) αναφερθήκαμε πρόσφατα στο 8.1 άρθρο μας, το σχετικό με τα πανηγύρια της περιοχής μας. Θα πρέπει, όμως, εδώ να προσθέσουμε εν κατακλείδι και τους αρκετούς ιεροψάλτες του χωριού μας: Κώστας Μπακής (Σπαράγγης) και ο γυιος του Φίλιππος Μπακής, Νίκος Σμυρνιός, Δημήτρης Περδίκης (Κουτρής), Γιάννης Ρουμελιώτης (Μακαρ/νας), Γιώργος Κουλόγιαννης, ο δάσκαλος Κώστας Παπαδόπουλος, ο καθηγητής-φυσικός Σταύρος Μαχαίρας κ.ά.
Έπειτα, υπάρχει ο μύλος του Σπύρου Δήμου μαζί με το αρτοποιείο που έχει ο γυιος του, ο Γιάννης. Προπολεμικά, όμως, αλλά και έως λίγο μετά το 1950, υπήρχε και ο νερόμυλος, που ήταν παράλληλα και ελαιοτριβείο, του Ηλία Σιγαλού (που το είχε συνεταιρικά μαζί με κάποιον Σμυρνιό από την Σπάρτη), αλλά σήμερα έχει καταντήσει πλέον ερείπιο αυτό το ογκώδες κτίσμα, εκεί στα Χατζέικα, πίσω από το Παλαιόκαστρο. Δίπλα από την πέτρα του μύλου είχε την τουρμπίνα του ελαιοτριβείου, καθώς και μια δίχρονη ημι-ντήζελ πετρελαιομηχανή, που την χρησιμοποιούσαν όταν δεν επαρκούσε το νερό.
Επίσης, υπήρχε μέχρι πρόσφατα το παραδοσιακό σαγματοποιείο, δηλαδή σαμαράδικο, του Παναγιώτη Βαρούτσου, που ήταν βέβαια, ταυτόχρονα, και πεταλωτήριο, στην αρχή της ανηφόρας από την Άσπρη Βρύση προς τα δυτικά του χωριού. Εκεί τον βλέπαμε συχνά να φτιάχνει άλλοτε κάποιο σαμάρι αλόγου ή γαϊδουριού και άλλοτε να καλιγώνει, να πεταλώνει δηλαδή, κάποιο άλογο, χτυπώντας με τέχνη τα καρφιά μέσα στην οπλή του ζώου...
Ακριβώς πιο πάνω από αυτό το μαγαζί είναι και το σιδεράδικο του Νίκου Λαφογιάννη (που το συνεχίζει τώρα ο γιος του, ο Δημήτρης). Μεγάλη υπόθεση να υπάρχει τέτοιο μαγαζί, γιατί δεν είναι και εύκολο πράγμα, εδώ που τα λέμε, να συναντήσεις τέτοιου είδους εργαστήριο σε κάθε χωριό...
Επίσης, ο Χρήστος Λαφογιάννης, αδερφός του προηγούμενου, είχε ανοίξει μάντρα υλικών οικοδομής, λίγο πιο πέρα από το ελαιοτριβείο του Φιλιππόπουλου, κυρίως για τσιμεντόλιθους, που λειτουργούσε από τις αρχές της δεκαετίας του '70 μέχρι πρόσφατα.
Παλαιότερα υπήρχαν τρία ασβεστοκάμινα στην περιοχή μας: στο Μουσουλόγλι του Παναγιώτη Αλούπη και του Ρουμελιώτη (Μακαρ/να), ενώ στα Μπιστολέικα, επάνω στον Πάρνωνα, του Ηλία Σιγαλού. Τα καμίνια αυτά απαιτούσαν μεγάλη ποσότητα ξύλων, κυρίως πουρνάρια και άλλα δένδρα από τον Πάρνωνα, για να διατηρούνται για πολλές ώρες σταθερά σε πολύ υψηλή θερμοκρασία, αλλά και μεγάλη τέχνη για να λειτουργήσουν σωστά, ώστε από τις κατάλληλες πέτρες που τοποθετούσαν κατά στοίβες περιμετρικά στα τοιχώματά τους να παραχθεί τελικά το χωρύγι [< μεσαιων. χωρύγιον < αρχ. έγχωρος + ορύσσω (= σκάβω), π.β. εγχώριος, όρυγμα], δηλ. το ασβέστι.
Υπήρχαν, όμως, και τρία κεραμιδάδικα: του (χηρο-)Παναγιώτη Ρουμελιώτη δίπλα στο σπίτι του, στην είσοδο του χωριού, ενώ κοντά στον Αη-Γιάννη ήταν του Σπύρου Σιγαλού (Πουρνάρα) και του Ασπούλη. Το κατάλληλο χώμα το έπαιρναν από το άσπρο λινόχωμα της περιοχής Τρυπόρραχη καθώς και από τις Σπηλιές (λίγο πιο κάτω από τους μυκηναϊκούς τάφους), έφτιαχναν τον πηλό με την προσθήκη νερού, καλούπωναν τα κεραμίδια και τα έψηναν για αρκετές ώρες, ενώ στην συνέχεια τα άπλωναν στην γύρω περιοχή, για να στεγνώσουν με την βοήθεια των ακτίνων του ηλίου.
Επιπλέον, υπήρχε και η δουλειά του ξυλουργού, όπως π.χ. για τα δοκάρια στις σκεπές ή τα πατώματα στα σπίτια, στην οποία ξεχώριζε παλαιότερα ο Ντίνος Μπακής (Γκλίτσας), αλλά και για τα βαρέλια ή τις βουτσέλες, όπου εδώ παλαιότερα ήταν ειδικός στην κατασκευή τους ο Ντίνος Περδίκης. Αλλά υπήρχαν και ξυλοκόποι που έκοβαν τα κατάλληλα δέντρα (κυρίως κυπαρίσσια) και στην συνέχεια με την ζάκα, ένα είδος μεγάλου πριονιού, τα τεμάχιζαν και έκαναν καδρόνια, σανίδες και τα υπόλοιπα ξύλα που ήταν απαραίτητα για τις στέγες, τα πατώματα κλπ. των σπιτιών του χωριού μας.
Επίσης, στην κεντρική πλατεία υπήρχε λίγο παλαιότερα το τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Παρασκευά, απέναντι από την ταβέρνα του Μαλλιαρού, ενώ ακόμη πιο παλιά ήταν τσαγκάρης στο χωριό ο γερο-Μπιστόλας (Γιδάρης).
Αλλά υπήρχε και μελισσοκόμος παλαιότερα, που δεν είναι άλλος από τον διατελέσαντα αρκετές φορές πρόεδρο του χωριού, τον Γιάννη Γκλέκα, που τον βλέπαμε συχνά να μεταφέρει τις κυψέλες του με εκείνο το γαλάζιο φορτηγό που είχε στις δεκαετίες του '70 και '80.
Ακόμα, υπήρχε παλαιότερα και το περιστασιακό επάγγελμα του κουρέα, όπου εδώ για παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν ο, περίφημος για τα αστεία του, Γιώργης Ρασσιάς (Τασονάκος), καθώς και ο Σπύρος Ρασσιάς (Μελιγκόνης) που είχε και κανονικό κουρείο.
Υπήρχαν, βέβαια, και άλλα περιστασιακά (παρα)επαγγέλματα, όπως του "οδοντίατρου" (όπου πάλι εδώ ήταν σχετικός ο Σπύρος Ρασσιάς), του "κτηνίατρου" (π.χ. ο Δημήτρης Μιχαλόπουλος [Τσέκερης] και ο Πολύδωρος Βαρούτσος) για να ξεγεννάει ζώα ή να τους βάζει νάρθηκες κ.ά., αλλά και της μαμμής (π.χ. η Μαρίκα Παπαζήτη, η μάνα του Ασπούλη και η μάνα των Γιάννη και Χρήστου Κουλόγιαννη) κλπ... Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πόσο πολυτεχνίτης και πολυπράγμων γενικώς ήτανε και ο Λεωνίδας Μπιστόλας (πατέρας του οργανοπαίκτη Γιώργη Μπιστόλα), τον οποίο μεταξύ άλλων όλοι λίγο πολύ τον θυμόμαστε ..που επιδιόρθωνε κάθε τόσο το ρολόι του καμπαναριού! Σίγουρα, όμως, όλοι οι παλαιότεροι τον θυμόμαστε και ως ντελάλη να φωνάζει δυνατά και να ανακοινώνει τις τοπικές ειδήσεις (π.χ. Ακούσατε... ακούσατε... αύριο θα γίνει διακοπή του νερούουουου...). Αλλά υπήρχε και ο νεροφόρος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, για να ρυθμίζει το πώς θα γίνει το πότισμα με το νερό του Βιρού από το ένα χωράφι στο επόμενο, χωρίς καθυστέρηση και με αλληλουχία, ακόμα και καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας.
Για την παραδοσιακή υφαντουργία και τις υφάντριες (τις 2 Σταυρογιωργέισσες και την Ρηγίνα Χελιώτη) αναφερθήκαμε αναλυτικά παλαιότερα, στο 5.2 άρθρο μας, αλλά θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως υπήρχαν, και υπάρχουν, παράλληλα και οι μοδίστρες, όπως π.χ. η Μαργαρίτα Λαφογιάννη, η Κρυστάλλω Βαρούτσου, η Αφροδίτη Χελιώτη και η Μαρία Περδίκη.
Για τα παντοπωλεία-καφενεία και τις ταβέρνες έχουμε αναφέρει διεξοδικά στο 7.1 άρθρο μας τόσο τις θέσεις τους όσο και όλα τα ονοματεπώνυμα των ιδιοκτητών τους.
Τέλος, για τους παραδοσιακούς οργανοπαίκτες (Παναγιώτη Αλούπη και Γιώργη Μπιστόλα, καθώς και τους υπόλοιπους των γύρω χωριών) αναφερθήκαμε πρόσφατα στο 8.1 άρθρο μας, το σχετικό με τα πανηγύρια της περιοχής μας. Θα πρέπει, όμως, εδώ να προσθέσουμε εν κατακλείδι και τους αρκετούς ιεροψάλτες του χωριού μας: Κώστας Μπακής (Σπαράγγης) και ο γυιος του Φίλιππος Μπακής, Νίκος Σμυρνιός, Δημήτρης Περδίκης (Κουτρής), Γιάννης Ρουμελιώτης (Μακαρ/νας), Γιώργος Κουλόγιαννης, ο δάσκαλος Κώστας Παπαδόπουλος, ο καθηγητής-φυσικός Σταύρος Μαχαίρας κ.ά.
7. Τα καφενεία-παντοπωλεία [και οι ταβέρνες] της Πελλάνας.
Μία ήταν η δυνατότητα ψυχαγωγίας στο χωριό μας και λίγο πολύ μία παραμένει... Το καφενείο! Το καφενείο, όμως, που λίγο πολύ, συνήθως, ήταν συνάμα και παντοπωλείο, και κάποιες φορές και λίγο κρασοπουλειό. Έχουνε μείνει ελάχιστα, βέβαια, σήμερα καφενεία-παντοπωλεία σε σύγκριση με το τι υπήρχε παλαιότερα. Ή μήπως δεν τα θυμόσαστε καλά; Για να δούμε, λοιπόν, τι υπήρχε παλιά και τι απέμεινε σήμερα...
Ξεκινάμε την διαδρομή μας στον τόπο, αλλά και στον χρόνο, με αφετηρία την Άσπρη Βρύση, όπου υπάρχουν ακόμα τα μαγαζιά, που ξεκίνησαν ως καφενεία-παντοπωλεία, τόσο του Χρήστου Ηλ. Σιγαλού όσο και του Γιώργη και της Γιαννούλας Μόρφη (παλαιότερα το είχε ο πατέρας της, ο Νίκος Μπακής). Επιπλέον, όμως, υπήρχαν παλαιότερα στο χώρο αυτό για κάποιο διάστημα και οι ταβέρνες, οινομαγειρεία, του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου (Ποτάκια), εκεί δίπλα από του Χρ. Σιγαλού, του Θανάση Ρασσιά (Καραθάνου), εκεί στον πύργο τον Ρασσέικο, καθώς και ένα μαγαζί στου Αγησίλαου Γκουζούλη τον μπαξέ, στα νότια, στον Βιρό, που το διαχειριζόταν ο Γιάννης Φιλιππόπουλος (Φασαρίας). Περιστασιακά, μόνο κατά το πανηγύρι του χωριού, άνοιγε ταβέρνα και ο Σπύρος Δήμος (εκεί που είναι σήμερα ο φούρνος που έχει ο γιος του, Γιάννης Δήμος). Λίγο πιο ανατολικά από εκεί ανηφορίζοντας, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, υπήρχε παλαιότερα η ταβέρνα του Κωνσταντίνου Μιχαλόπουλου (Κούσκουλα), όπου πήγαιναν κυρίως για να φάνε τα περίφημα, γνωστά για το πολύ μεγάλο τους μέγεθος, γιαπράκια του. Απέναντι στο δρόμο ήταν και το κρασοπουλειό του Ηλία Μιχαλόπουλου, ενώ λίγο πιο πάνω (εκεί που ήταν το χάνι, κάτω από την πλαγιά του Παλαιόκαστρου) υπήρχε και η ταβέρνα του Δημήτρη Μιχαλόπουλου (Τσέκερη).

Οινομαγειρείο ήταν, καθώς ανεβαίνουμε την απότομη ανηφόρα από την Άσπρη Βρύση, και το μαγαζί του Γιώργη Σμυρνιού που λειτουργούσε μέχρι πριν μερικά χρόνια στα αριστερά του δρόμου. Στρίβοντας τώρα αριστερά στην διασταύρωση της ανηφόρας φτάνουμε στην κεντρική πλατεία, όπου υπάρχει το καφενείο-παντοπωλείο του Παύλου Φίλ. Φιλιππόπουλου αλλά και το νεότερο του Δημήτρη Φραγκ. Μαλλιαρού, που ξεκίνησε ως σουβλατζίδικο κυρίως, ενώ απέναντι από του Παύλου λειτουργούσε μέχρι πριν μερικά χρόνια και το παραδοσιακό καφενείο-παντοπωλείο του Μήτσου Μαχαίρα.
Προχωρώντας έπειτα προς τα πάνω φθάνουμε στον πύργο του Γκουζούλη, απέναντι από τον οποίο υπήρχαν παλαιότερα το καφενείο-παντοπωλείο του Γιάννη (Παπα)Ζήτη και λίγο πιο πέρα, δίπλα στον πύργο το κρασοπουλειό του Κώστα Μιχαλόπουλου (Κουφοκώτσου). Έπειτα ανεβαίνουμε στην πλατεία, όπου υπήρχε παλαιότερα, προς νότον, και λειτούργησε για κάποιο διάστημα το καφενείο του Μήτρου Αδάμη (που το νοίκιαζε στον Ντίνο Σιγαλό και τον Μενέλαο Αδάμη). Απέναντι από αυτό στην πλατεία, προς βορράν, μπροστά από την σημερινή στάση του λεωφορείου, υπήρχε ακόμη πιο παλαιά το καφενείο του Καράγιαννη. Κατόπιν πηγαίνουμε δίπλα, στο Δημοτικό Σχολείο, ακριβώς πιο πάνω από το οποίο υπήρχε παλαιότερα το παντοπωλείο του Μήτσου Σιγαλού (Παπαμήτσου), ενώ για λίγο διάστημα είχε ανοίξει μαγαζί πιο πρόσφατα και ο Θανάσης Ρασσιάς, δίπλα από το Πνευματικό Κέντρο.
Λίγο παραπάνω τώρα, ακριβώς πίσω από την εκκλησία των Αγίων Κων/νου και Ελένης, υπήρχαν παλαιότερα το καφενείο του Κώστα Σιγαλού (της Κουτσής) και στην συνέχεια δίπλα και βόρεια από αυτό η ταβέρνα του Γιώργη Φιλιππόπουλου (γερο-Φασαρία), ενώ ακόμη πιο ψηλότερα από εκεί, προς βορράν, υπήρχε παλαιότερα και το παντοπωλείο του Παναγή Μίχου. Τέλος, στρίβοντας στον δρόμο δυτικά της εκκλησίας, λίγα μέτρα πιο εκεί, λειτουργούσε μέχρι πριν μερικά χρόνια και το καφενείο-παντοπωλείο του Αντώνη Βαρούτσου, έπειτα λίγο πιο πάνω από το δρόμο, προς βορράν, ήταν παλαιότερα το καφενείο του Ηλία Βαρούτσου (συζ. της Γιαννουλίτσας), ενώ ακόμα πιο πέρα, στο τέλος του ίδιου δρόμου, υπήρχε παλαιότερα το παντοπωλείο του Ηλία Χρ. Σιγαλού, ενώ απέναντί του ήταν το καφενείο-παντοπωλείο των Νίκου και Δημήτρη Μπακή. Επιπλέον, θα πρέπει να προστεθεί και το κρασοπουλειό του Κωνσταντίνου Πρινοκοκκά που υπήρχε παλαιότερα στην δυτική άκρη του χωριού, λίγα μέτρα πιο πάνω από την στροφή του δρόμου (εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Δημ. Κυριακόπουλου).
Από τα 27 μαγαζιά που απαριθμήσαμε, σήμερα υπάρχουν μόνον 4 καφενεία (το ένα είναι και σουβλατζίδικο), αλλά και 1 φούρνος...
Ξεκινάμε την διαδρομή μας στον τόπο, αλλά και στον χρόνο, με αφετηρία την Άσπρη Βρύση, όπου υπάρχουν ακόμα τα μαγαζιά, που ξεκίνησαν ως καφενεία-παντοπωλεία, τόσο του Χρήστου Ηλ. Σιγαλού όσο και του Γιώργη και της Γιαννούλας Μόρφη (παλαιότερα το είχε ο πατέρας της, ο Νίκος Μπακής). Επιπλέον, όμως, υπήρχαν παλαιότερα στο χώρο αυτό για κάποιο διάστημα και οι ταβέρνες, οινομαγειρεία, του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου (Ποτάκια), εκεί δίπλα από του Χρ. Σιγαλού, του Θανάση Ρασσιά (Καραθάνου), εκεί στον πύργο τον Ρασσέικο, καθώς και ένα μαγαζί στου Αγησίλαου Γκουζούλη τον μπαξέ, στα νότια, στον Βιρό, που το διαχειριζόταν ο Γιάννης Φιλιππόπουλος (Φασαρίας). Περιστασιακά, μόνο κατά το πανηγύρι του χωριού, άνοιγε ταβέρνα και ο Σπύρος Δήμος (εκεί που είναι σήμερα ο φούρνος που έχει ο γιος του, Γιάννης Δήμος). Λίγο πιο ανατολικά από εκεί ανηφορίζοντας, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, υπήρχε παλαιότερα η ταβέρνα του Κωνσταντίνου Μιχαλόπουλου (Κούσκουλα), όπου πήγαιναν κυρίως για να φάνε τα περίφημα, γνωστά για το πολύ μεγάλο τους μέγεθος, γιαπράκια του. Απέναντι στο δρόμο ήταν και το κρασοπουλειό του Ηλία Μιχαλόπουλου, ενώ λίγο πιο πάνω (εκεί που ήταν το χάνι, κάτω από την πλαγιά του Παλαιόκαστρου) υπήρχε και η ταβέρνα του Δημήτρη Μιχαλόπουλου (Τσέκερη).


Προχωρώντας έπειτα προς τα πάνω φθάνουμε στον πύργο του Γκουζούλη, απέναντι από τον οποίο υπήρχαν παλαιότερα το καφενείο-παντοπωλείο του Γιάννη (Παπα)Ζήτη και λίγο πιο πέρα, δίπλα στον πύργο το κρασοπουλειό του Κώστα Μιχαλόπουλου (Κουφοκώτσου). Έπειτα ανεβαίνουμε στην πλατεία, όπου υπήρχε παλαιότερα, προς νότον, και λειτούργησε για κάποιο διάστημα το καφενείο του Μήτρου Αδάμη (που το νοίκιαζε στον Ντίνο Σιγαλό και τον Μενέλαο Αδάμη). Απέναντι από αυτό στην πλατεία, προς βορράν, μπροστά από την σημερινή στάση του λεωφορείου, υπήρχε ακόμη πιο παλαιά το καφενείο του Καράγιαννη. Κατόπιν πηγαίνουμε δίπλα, στο Δημοτικό Σχολείο, ακριβώς πιο πάνω από το οποίο υπήρχε παλαιότερα το παντοπωλείο του Μήτσου Σιγαλού (Παπαμήτσου), ενώ για λίγο διάστημα είχε ανοίξει μαγαζί πιο πρόσφατα και ο Θανάσης Ρασσιάς, δίπλα από το Πνευματικό Κέντρο.
Λίγο παραπάνω τώρα, ακριβώς πίσω από την εκκλησία των Αγίων Κων/νου και Ελένης, υπήρχαν παλαιότερα το καφενείο του Κώστα Σιγαλού (της Κουτσής) και στην συνέχεια δίπλα και βόρεια από αυτό η ταβέρνα του Γιώργη Φιλιππόπουλου (γερο-Φασαρία), ενώ ακόμη πιο ψηλότερα από εκεί, προς βορράν, υπήρχε παλαιότερα και το παντοπωλείο του Παναγή Μίχου. Τέλος, στρίβοντας στον δρόμο δυτικά της εκκλησίας, λίγα μέτρα πιο εκεί, λειτουργούσε μέχρι πριν μερικά χρόνια και το καφενείο-παντοπωλείο του Αντώνη Βαρούτσου, έπειτα λίγο πιο πάνω από το δρόμο, προς βορράν, ήταν παλαιότερα το καφενείο του Ηλία Βαρούτσου (συζ. της Γιαννουλίτσας), ενώ ακόμα πιο πέρα, στο τέλος του ίδιου δρόμου, υπήρχε παλαιότερα το παντοπωλείο του Ηλία Χρ. Σιγαλού, ενώ απέναντί του ήταν το καφενείο-παντοπωλείο των Νίκου και Δημήτρη Μπακή. Επιπλέον, θα πρέπει να προστεθεί και το κρασοπουλειό του Κωνσταντίνου Πρινοκοκκά που υπήρχε παλαιότερα στην δυτική άκρη του χωριού, λίγα μέτρα πιο πάνω από την στροφή του δρόμου (εκεί που είναι σήμερα το σπίτι του Δημ. Κυριακόπουλου).
Από τα 27 μαγαζιά που απαριθμήσαμε, σήμερα υπάρχουν μόνον 4 καφενεία (το ένα είναι και σουβλατζίδικο), αλλά και 1 φούρνος...
8. Ο κάμπος μας και τα αγρωνύμιά του.
Ο κάμπος του χωριού μας με τις πολλές ελιές και τα χωράφια του είναι ο τόπος στον οποίο δούλεψαν και μόχθησαν αλλά και από τον οποίο τράφηκαν ...γενιές και γενιές ανθρώπων.
Παλαιότερα καλλιεργείτο συστηματικά από τους χωρικούς, αν και δεν είχαν τα μέσα και τις ευκολίες που έχουμε εμείς σήμερα χάρη στην τεχνολογία, γιατί εξαρτιόνταν άμεσα από αυτόν και τα προϊόντα του. Οι χωρικοί απασχολούνταν με τα χωράφια όλη την ημέρα και ιδιαίτερα με τον κήπο τους. Βασικά προϊόντα του κάμπου ήταν οι ελιές (τα τρία ελαιοτριβεία δούλευαν ως αργά την νύχτα, με τις σειρήνες τους να ακούγονται κάθε τόσο...), το κρασί από τα τόσα αμπέλια που υπήρχαν, αλλά και το σιτάρι και το καλαμπόκι.
Σήμερα ο κάμπος μας έχει λίγο πολύ παραμεληθεί, κανείς σχεδόν δεν καθαρίζει πλέον τα βάτα και τα άλλα ζιζάνια στα σύνορα των χωραφιών του, ούτε ανοίγει κάθε τόσο τις γράνες γύρω από τα χωράφια του (πράγμα απαραίτητο για να στραγγίζουν τα νερά από αυτά, ώστε να αποδίδουν καλύτερα αλλά και να ανακουφίσουν τις ρίζες των ελιών από την πολύ υγρασία). Παλαιότερα τις γράνες τις άνοιγαν με τις τσάπες και με τα ίδια τους τα χέρια, αλλά σήμερα ποιος θα δώσει λεφτά με την ώρα στον χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος για να κάνει το ίδιο; Τουλάχιστον το όργωμα γίνεται πλέον με τα τρακτέρ[ια], ενώ παλαιότερα το ζευγάρι με τα ζώα ήταν σίγουρα δύσκολη υπόθεση για τον κάθε χωρικό... Το ίδιο θα λέγαμε για το θέρισμα (με τα δρεπάνια μες στον καυτό ήλιο και τις οχιές που καραδοκούσαν ενοχλημένες) αλλά και για το αλώνισμα (τόσα αλώνια είχε το χωριό, που σήμερα στέκονται χορταριασμένα πλέον και ανενεργά). Αλλά και με το πότισμα πλέον οι συνθήκες είναι καλύτερες ασφαλώς (τον νεροφόρο τον θυμόσαστε παλιά που μας ενημέρωνε για το ποιος έχει σειρά να ποτίσει;), αφού υπάρχει αυτό το οργανωμένο δίκτυο με τους σωλήνες νερού που το μεταφέρουν από την νέα δεξαμενή προς τα κτήματα. {για μεγέθυνση, κάνετε κλικ επάνω στην φωτογραφία}
Είπα, λοιπόν, να περιγράψω λιγάκι τα χωράφια μας στον κάμπο του χωριού μας, να καταλογογραφήσω τα αγρωνύμια, δηλαδή τα τοπωνύμια, τις ονομασίες των αγρών κατά περιοχή...
Παλαιότερα καλλιεργείτο συστηματικά από τους χωρικούς, αν και δεν είχαν τα μέσα και τις ευκολίες που έχουμε εμείς σήμερα χάρη στην τεχνολογία, γιατί εξαρτιόνταν άμεσα από αυτόν και τα προϊόντα του. Οι χωρικοί απασχολούνταν με τα χωράφια όλη την ημέρα και ιδιαίτερα με τον κήπο τους. Βασικά προϊόντα του κάμπου ήταν οι ελιές (τα τρία ελαιοτριβεία δούλευαν ως αργά την νύχτα, με τις σειρήνες τους να ακούγονται κάθε τόσο...), το κρασί από τα τόσα αμπέλια που υπήρχαν, αλλά και το σιτάρι και το καλαμπόκι.
Σήμερα ο κάμπος μας έχει λίγο πολύ παραμεληθεί, κανείς σχεδόν δεν καθαρίζει πλέον τα βάτα και τα άλλα ζιζάνια στα σύνορα των χωραφιών του, ούτε ανοίγει κάθε τόσο τις γράνες γύρω από τα χωράφια του (πράγμα απαραίτητο για να στραγγίζουν τα νερά από αυτά, ώστε να αποδίδουν καλύτερα αλλά και να ανακουφίσουν τις ρίζες των ελιών από την πολύ υγρασία). Παλαιότερα τις γράνες τις άνοιγαν με τις τσάπες και με τα ίδια τους τα χέρια, αλλά σήμερα ποιος θα δώσει λεφτά με την ώρα στον χειριστή του εκσκαπτικού μηχανήματος για να κάνει το ίδιο; Τουλάχιστον το όργωμα γίνεται πλέον με τα τρακτέρ[ια], ενώ παλαιότερα το ζευγάρι με τα ζώα ήταν σίγουρα δύσκολη υπόθεση για τον κάθε χωρικό... Το ίδιο θα λέγαμε για το θέρισμα (με τα δρεπάνια μες στον καυτό ήλιο και τις οχιές που καραδοκούσαν ενοχλημένες) αλλά και για το αλώνισμα (τόσα αλώνια είχε το χωριό, που σήμερα στέκονται χορταριασμένα πλέον και ανενεργά). Αλλά και με το πότισμα πλέον οι συνθήκες είναι καλύτερες ασφαλώς (τον νεροφόρο τον θυμόσαστε παλιά που μας ενημέρωνε για το ποιος έχει σειρά να ποτίσει;), αφού υπάρχει αυτό το οργανωμένο δίκτυο με τους σωλήνες νερού που το μεταφέρουν από την νέα δεξαμενή προς τα κτήματα. {για μεγέθυνση, κάνετε κλικ επάνω στην φωτογραφία}
Είπα, λοιπόν, να περιγράψω λιγάκι τα χωράφια μας στον κάμπο του χωριού μας, να καταλογογραφήσω τα αγρωνύμια, δηλαδή τα τοπωνύμια, τις ονομασίες των αγρών κατά περιοχή...
Ξεκινώντας από βορειο-ανατολικά λίγο πιο κάτω από το Κεφαλόβρυσο (δεν φαίνεται στον χάρτη - με εκείνο το ωραίο παλαιό γεφύρι στον δρόμο προς τις Κολλίνες) έχουμε ως βασικά σημεία αναφοράς τον Βλατζίκο, τον Παλιουργιά και την Μούσγα (όπου υπάρχει μικρή πηγή νερού), μετά την Πελεκητή, την Τρουπόρραχη και το Παλιόκαστρο. Πιο ανατολικά έχουμε την Μαυρογή, τον Αη-Προκόπη και κατόπιν φθάνουμε στον ποταμό Ευρώτα, ενώ επάνω στο όρος Πάρνωνα είναι τα Μπιστολέϊκα.
Μπροστά τώρα από την Άσπρη Βρύση (όπως τρέχει το νερό του Βιρού), είναι τα Βαρικά, πιο δυτικά τα Ρασσέϊκα, ενώ πιο ανατολικά τα Χατζέϊκα. Μετά βγαίνουμε προς τα Παλιάλωνα, τα Ψίλιθρα και την Ψιλιθρόρραχη, πιο κάτω στα Πορόγια και στο Κουβέλι (με την πηγή νερού δίπλα στον Βιρό) που μας οδηγεί πάλι προς τον Ευρώτα και το παρακείμενο λόφο του Μουσουλόγλι. Πιο νότια είναι ο Αη-Γιάννης και πιο κάτω ο Κατσιούρας, το Ξεροκάμπι και του Μπαριαμή.
Μπροστά στο χωριό, πιο δυτικά από τα προηγούμενα και ακριβώς νότια, είναι τα Καραγιαννέϊκα, μετά ο Βρυκόνακας, κάτω από το κοιμητήριο, κατόπιν (μετά τον χείμαρρο Ξερίλα) είναι οι μικροί συνοικισμοί Σιγαλέϊκα και Κυριακοπουλέϊκα, ενώ έπειτα τα Βαρικά (με τις δύο πηγές, την Πλατάνα και το Λευκάκι), η Μουρίτσα, το Βαγενόρρεμα και οι Ράχες.
Πιο δυτικά από το κοιμητήριο, στην πλαγιά του λόφου, είναι η Αγριλιά, πιο κάτω και πιο κοντά προς στο χωριό το Πηγαδάκι (με το λίγο νερό που τρέχει εκεί), ενώ ακόμα πιο δυτικά τα Μαραθοβούνια και κατόπιν η Χελιωτόρραχη, οι Γράνες, τα Βαθιά και τα Πεζούλια.
Μέσα στο χωριό, τώρα, δεν ξέρω αν είναι επίσημες οι ονομασίες ή απλώς περιπαικτικές, αλλά γνωρίζω ότι το δυτικό μέρος του το λέγανε Ασφάκα, ενώ από τον Άγιο Κων/νο και ανατολικά το λέγανε Βρομολυγιά! Πίσω από το χωριό, τέλος, είναι το Μεγαδέντρο, απ' όπου αγναντεύεις όλο τον κάμπο, ενώ πιο βόρεια τα Ραβαρέϊκα και τα Καλαρεμέϊκα πηγαίνοντας προς το ξωκλήσι της Ανάληψης. {για μεγέθυνση, κάνετε κλικ επάνω στον χάρτη}
9. Οι πύργοι [..και άλλα σπίτια] της Πελλάνας.


{για μεγέθυνση, κάνετε κλικ επάνω στις φωτογραφίες}
Ο ένας βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και είναι ο πύργος του Γκουζούλη (αριστερά), της γνωστής παλαιάς οικογένειας μεγαλο-κτηματιών που προέρχεται από το Γεωργίτσι. Στην νοτιο-ανατολική γωνία του πολυόροφου αυτού πύργου παρατηρούμε ότι υπάρχει μια κυλινδρική προεξοχή με πολεμότρυπες, που μας θυμίζει έντονα τους πύργους της Μάνης.
Ο άλλος είναι ο πύργος του Ρασσιά (αριστερά κάτω), βρίσκεται στην Άσπρη Βρύση και είναι και αυτός πολυόροφος. Έχω ακούσει ότι στα θεμέλιά του είχαν μπήξει χονδρούς κορμούς από ειδικό ξύλο που δεν σαπίζει, νομίζω μαόνι, για να σταθεροποιηθεί το κτίσμα, επειδή το χώμα εκεί είναι λασπώδες λόγω της παρακείμενης πηγής της Άσπρης Βρύσης (με την ίδια τεχνική άλλωστε είχαν γίνει παλαιότερα και τα θεμέλια των σπιτιών στην Βενετία).
------ . ------

Υπάρχουν, βέβαια, και κάποια άλλα σπίτια στο χωριό μας που έχουν επιμελημένη εμφάνιση, αλλά δεν γίνεται εδώ να αναφερθούμε εκτενέστερα...
10. Το “Ράλλυ Ακρόπολις" στις δεκαετίες '60 - '70


![]() |
Σε αυτό το αναμνηστικό γραμματόσημο φαίνεται όλη η διαδρομή που έκαναν τα αγωνιστικά |
Το “Ράλλυ Ακρόπολις" διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 1953 με πρώτο νικητή στην ιστορία του τον Nίκο Παπαμιχαήλ με Jaguar XK 120. Ήταν ουσιαστικά η εξέλιξη του Ράλλυ ΕΛΠΑ. Σύντομα το ελληνικό ράλλυ τράβηξε το ενδιαφέρον δυνατών ξένων συμμετοχών, το 1956 συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, ενώ το 1973 μπαίνει πλέον στο πρόγραμμα του WRC (Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλλυ). Σύντομα, ο ελληνικός αγώνας κέρδισε τη φήμη του πιο σκληρού ράλλυ στην Ευρώπη. Ο τερματισμός αποτελούσε για τους περισσότερους πραγματική νίκη, γι’ αυτό και είχε μεγάλο κύρος στο θεσμό του WRC. Η εκκίνηση στην Ακρόπολη και οι πανέμορφες διαδρομές κέρδιζαν το θαυμασμό των οδηγών, των οποίων τα όνειρα και οι προσδοκίες για νίκη συνήθως κατέρρεαν σε κάποια από τις φυτευτές πέτρες που παραμόνευαν στα σκληρά ελληνικά χώματα. Τα 3.500 χιλιόμετρα περίπου της διαδρομής του πάνω σε άσφαλτο, χωματόδρομο και δύσβατους δρόμους του χάρισαν την φήμη του σκληρού και μαζί με αυτή του χάρισαν και την παγκόσμια αίγλη του. Ο τερματισμός στο ράλλυ αυτό, πόσω μάλλον η νίκη, ανέκαθεν θεωρούνταν παράσημο τόσο για τον οδηγό, όσο και για τον κατασκευαστή λόγω του υψηλού δείκτη δυσκολίας! Με τα χρόνια, το ελληνικό ράλλυ είχε τη φυσική φθορά του χρόνου. Εχασε σημαντικό μέρος της αίγλης του. Το 1995 δεν συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα του παγκοσμίου πρωταθλήματος και τα περισσότερα ξένα πληρώματα δεν έκαναν το ταξίδι για την Αθήνα. Επειτα από αυτό και με τους αγώνες αυτοκινήτου να παύουν να αποτελούν το ρομαντικό σπορ του παρελθόντος, να μετατρέπονται σε αγώνες τεχνολογίας και μηχανικών, η ελληνική οργανωτική επιτροπή προσαρμόστηκε στα δεδομένα και κατάφερε να σώσει το Ράλλυ Ακρόπολις και να συνεχίζει πλέον μέχρι σήμερα. Με τον ίδιο άγριο όσο και μεθυστικό ήχο από το γουργουρητό της μηχανής που ακούγεται «ξεδιάντροπα» κάτω από το καπό του αγωνιστικού. Ενας ήχος που μετουσιώνεται σε κινητήρια δύναμη για το όχημα και σε αδρεναλίνη για εκείνον που έχει το δύσκολο έργο να την τιθασεύσει. Να οδηγήσει το αυτοκίνητο μέσα από τις δύσκολες ειδικές διαδρομές. Να φτάσει ως το τέλος...
11. "1/Θέσιον Δημ. Σχολείον Πελλάνας".
Μεγάλη υπόθεση το δημοτικό σχολείο στα χωριά της Ελλάδας ...ειδικά στα παλαιότερα χρόνια.
Σε κάθε άκρη της, σε κάθε γωνιά της, υπήρχε κι ένα σχολείο του δήμου - αυτό σημαίνει δημοτικό - που μόρφωνε τα ελληνόπουλα, παρέχοντάς τους, τυπικά τουλάχιστον, ίσες ευκαιρίες με τα παιδιά των πόλεων. Τους έδινε την ευκαιρία να αποκτήσουν δωρεάν την βασική τους μόρφωση, ώστε να μπορούν έπειτα, κάποια από αυτά, να προσπαθήσουν να βελτιώσουν το μορφωτικό τους επίπεδο, πηγαίνοντας στα επόμενα στάδια της εκπαίδευσης. Τα επόμενα στάδια δεν ήταν εύκολο πράγμα, όπως σήμερα. Τα παιδιά της Πελλάνας έπρεπε, πολύ παλαιότερα, να μεταβούν στο, λεγόμενο τότε, ημιγυμνάσιο του γειτονικού Καστορείου (κανονικός δρόμος δεν υπήρχε, ούτε λεωφορείο) για σπουδές δύο χρόνων, ενώ έπειτα έπρεπε να μεταβούν στο γυμνάσιο της Σπάρτης για τα υπόλοιπα χρόνια, αν περνούσαν τις εξετάσεις... Και, βέβαια, η πορεία για το πανεπιστήμιο γινόταν ακόμη πιο δύσβατη εκείνα τα χρόνια... Αργότερα, τα πράγματα, όπως ξέρουμε, βελτιώθηκαν σιγά σιγά, ήδη από τη δεκαετία του '70, και αρκετά σημαντικά ως τις μέρες μας.
Έσφυζε από ζωή κάποτε το Δημοτικό Σχολείο μας!! Στο προαύλιό του [οι παλαιοί έλεγαν εκείνο τον χώρο: η λάκ(κ)α], όλοι μας κάποτε, παίξαμε ανέμελα, γελάσαμε, μαλώσαμε, φωνάξαμε, τσιρίξαμε, κάναμε γυμναστικές επιδείξεις, αλλά και συμμετείχαμε στις εθνικές εορτές, που γίνονταν κυρίως στο υπόστεγό του... Τρέξαμε γύρω γύρω από τις ακακίες του, παίξαμε τα μήλα και άλλα ομαδικά παιχνίδια, παίξαμε ποδόσφαιρο ...ώρες ατέλειωτες, πηδήξαμε στο σκάμμα του και ήπιαμε νερό από τις βρύσες του...
Το τι μαθαίναμε στις αίθουσές του δεν το πολυ-θυμόμαστε τώρα πια, αλλά θυμόμαστε - εμείς οι παλαιότεροι - ακόμη καλά εκείνη την απειλή ...της βέργας, όπως και αυτή την εκ των υστέρων αίσθηση πόνου στις κοκκινισμένες παλάμες μας!! Εκείνα τα κρεμασμένα χαρτόνια που μας μάθαιναν την αλφαβήτα με ζωγραφιές ζώων ή αντικειμένων που είχαν το αντίστοιχο αρχικό γράμμα. Εκείνους τους χάρτες, γεωγραφικούς και πολιτικούς της Ελλάδας, αλλά και τους πίνακες με τους ήρωες της Επανάστασης. Τις βιβλιοθήκες με τα βαλσαμωμένα πουλιά και ζώα επάνω τους μέσα στο γραφείο του διευθυντή και δίπλα την φωτογραφία εκείνου του δασκάλου, του κ. Εγγλέζη, που σκοτώθηκε πολεμώντας στο αλβανικό μέτωπο... Μετά από αυτόν τοποθετήθηκαν ως δάσκαλοι στο σχολείο μας ο κ. Πολυμενάκος, με καταγωγή από τις Κολλίνες της Αρκαδίας, μαζί με την σύζυγό του.
Τον θυμόσαστε, αλήθεια, τον συμπατριώτη δάσκαλό μας, τον κ. Κώστα Παπαδόπουλο, με την γυναίκα του, την κα Ασπασία, εκεί στο σχολείο μας κατά τις δεκαετίες του '60, '70 και '80; Εκείνες τις ανεπανάληπτες, τις μοναδικές ...ατάκες του τις θυμόσαστε, όταν κάναμε κάποια ζημιά ή δε διαβάζαμε ή όταν για οποιοδήποτε άλλο λόγο τον στενοχωρούσαμε; Τις θυμόμαστε..., γιατί ακόμα τις αναπολούμε, όταν βρισκόμαστε, εμείς τα αγόρια ειδικά, κάπου όλοι μαζί στο χωριό, και ειδικά στα καφενεία, και γελάμε νοσταλγικά για εκείνα τα χρόνια... Και το κυρίαρχο γεγονός της κάθε χρονιάς ποιο ήταν βέβαια;; Μα, φυσικά, αν θα περάσει ...ο κ. Επιθεωρητής!! Έτσι δεν είναι;
Θυμάμαι, όμως, που μια χρονιά ο δάσκαλος αυτός έβαλε μερικούς από εμάς τα αγόρια να κατεβάσουμε την ταμπέλα του σχολείου "3/ΘΕΣΙΟΝ ΔΗΜ. ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΠΕΛΛΑΝΗΣ" και να διορθώσουμε την κατάληξη, ώστε να γίνει στη δημοτική: ΠΕΛΛΑΝΑΣ. Αργότερα, όμως, κάποια άλλη χρονιά, την κατεβάσαμε πάλι, για να την διορθώσουμε σε ...2/ΘΕΣΙΟΝ. Έτσι, εκείνη η τελευταία αίθουσα δεξιά, που ανέβαινες με εκείνη την στενή σκάλα, σταμάτησε ξαφνικά να λειτουργεί και ...ερήμωσε, έγινε γραφείο ή αποθήκη. (Θυμάμαι που ένα πρωινό, ενώ κάναμε προσευχή, ξαφνικά πετάχτηκε ...μια κότα από εκεί μέσα κακαρίζοντας δυνατά και έτρεξε πετώντας αεροπλανικώς προς το προαύλιο! Τι είχε γίνει;;; Η δασκάλα είχε παρακαλέσει μια μαθήτρια να φέρει μια κότα της στην αίθουσα, για να μας κάνει το αντίστοιχο μάθημα της ζωολογίας!) Τότε, βέβαια, δεν καταλαβαίναμε τα σημάδια που εμφανίζονταν για το μέλλον του σχολείου μας. Το κακό, όμως, δεν σταμάτησε εκεί, αφού αργότερα, μετά από εμάς, έγινε αναπότρεπτα ...1/ΘΕΣΙΟΝ, ενώ πιο πρόσφατα, όπως όλοι καλά ξέρετε, έκλεισε οριστικά...
Περνάς, όμως, εκεί από απέξω και το βλέπεις να καμαρώνει, παρ' όλα τα χρόνια του, οι ακακίες παραμένουν αγέρωχες στη μεγάλη του αυλή, όπως και οι ευκάλυπτοι, και έχεις την αίσθηση ότι τίποτε δεν χάθηκε ακόμη, σαν να είναι έτοιμο το σχολείο να ξαναλειτουργήσει κάποτε... Αλλά και όταν μπαίνουμε μέσα στις αίθουσες του κάθε τόσο, όταν πρόκειται να ψηφίσουμε ..βέβαια, και βλέπουμε τους μαυροπίνακες ή τα χαρτόνια, που λέγαμε, να κρέμονται ακόμα εκεί στον τοίχο ή θυμόμαστε εκείνες τις ξυλόσομπες που μας ζέσταιναν κάποτε εκεί μέσα ή εκείνον τον μικρό κήπο με τα λουλούδια, έξω από τα παράθυρα, που τα κορίτσια είχαν την ευθύνη να τον καλλιεργούν ή βλέπουμε απέξω εκείνο τον στύλο, όπου κάναμε την έπαρση της σημαίας... Ξέρουμε, πάντως, ότι δεν είμαστε μόνον εμείς, ότι το ίδιο έχει συμβεί πλέον με το δημοτικό ...σχεδόν σε κάθε μικρό ελληνικό χωριό.
12. Ενθύμιον Δημοτικού Σχολείου Πελλάνης...
Άνοιξαν τα σχολεία κι εφέτος... Καλή σχολική χρονιά! Καλή πρόοδο, σε όλα τα παιδιά... Χρόνια πολλά και καλότυχα!
Παλαιά φωτογραφία (γύρω στο 1940;) με 80 μαθητές /τριες του Δημοτικού Σχολείου Πελλάνης.
Μεταξύ άλλων διακρίνεται και ο παπα-Αντώνης Παπαδόπουλος.
3/θέσιον Δημοτικόν Σχολείον Πελλάνης 1968-69, με 70 μαθητές /τριες,
και την κα Αθανασία, την κα Ασπασία και τον σύζυγό της κο Κώστα Παπαδόπουλο.
3/θέσιον Δημοτικόν Σχολείον Πελλάνης 1971-72, με την κα Ασπασία.
3/θέσιον Δημοτικόν Σχολείον Πελλάνης 1971-72, με την κα Αθανασία.
Και τις 2 ανωτέρω φωτογραφίες του '72 μας τις έστειλαν από facebook με e-mail.
+ + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + +
+ +
+ +
+ Θέση για την 3η φωτογραφία (?) +
+ +
+ +
+ +
+ + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + +
Λογικά, δεν θα πρέπει να υπάρχει και μία φωτογραφία με τα υπόλοιπα 23 παιδιά μαζί με τον κο Κώστα?
Αναμένουμε, αν ισχύει, εδώ την συνδρομή σας...
Αλλά και κάθε άλλη σχετική φωτογραφία, αν υπάρχει σε άλμπουμ ή στο αρχείο σας.
Και τις 2 ανωτέρω φωτογραφίες του '72 μας τις έστειλαν από facebook με e-mail.
+ + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + +
+ +
+ +
+ Θέση για την 3η φωτογραφία (?) +
+ +
+ +
+ +
+ + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + + +
Λογικά, δεν θα πρέπει να υπάρχει και μία φωτογραφία με τα υπόλοιπα 23 παιδιά μαζί με τον κο Κώστα?
Αναμένουμε, αν ισχύει, εδώ την συνδρομή σας...
Αλλά και κάθε άλλη σχετική φωτογραφία, αν υπάρχει σε άλμπουμ ή στο αρχείο σας.
1/θέσιο Δημοτικό Σχολείο Πελλάνας 2000+, με 0 μαθητές /τριες...
13. Δημοτικόν Σχολείον Γεωργιτσίου "Σωκράτης" ... το 1968
Αυτό το βίντεο προήλθε από επεξεργασία ενός σπάνιου, και μάλιστα έγχρωμου, φιλμ που δείχνει την αυλή του Δημοτικού Σχολείου "Σωκράτης" στο Γεωργίτσι με τους μαθητές, τις μαθήτριες και τους δασκάλους του, κάπου εκεί στο 1968... Την επεξεργασία και δημοσίευση στο YouTube έχει κάνει, για άλλη μια φορά, ο συμπατριώτης Γιάννης Δημ. Βαρούτσος (με καταγωγή από Πελλάνα, ο οποίος σας είναι ήδη γνωστός από ένα προηγούμενο βίντεό του που είχαμε δημοσιεύσει παλαιότερα με θέμα έναν Γάμο στο Γεωργίτσι)
14. Γάμος στο Γεωργίτσι ...το 1955
Ένα σπάνιο φιλμάκι εποχής, και μάλιστα έγχρωμο, έχει αναρτηθεί στο YouTube από τον συμπατριώτη Γιάννη Δημ. Βαρούτσο (με καταγωγή από Πελλάνα) σχετικά με ένα γάμο που έγινε στο Γεωργίτσι ...το 1955. Απ' ό,τι αναφέρεται στα σχόλια εκεί, πρόκειται για τον γάμο του Γεωργίου Σκρουμπέλου με την Αναστασία Κοψιά που έγινε εκείνη την χρονιά στο ναό, μάλλον, της Αγια-Μαύρας, και, λογικά, θα πρέπει να καταγράφηκε με κινηματογραφική μηχανή από Αμερικανό συμπατριώτη τους. Καταγράφει επιλεκτικά μέσα σε 8 λεπτά όλα εκείνα τα στοιχεία ενός παραδοσιακού γάμου, όπως γινόταν εκείνη την εποχή, με τα παιδάκια που κουβαλάνε τα κανίστρια με τα δώρα της νύφης, τα ζώα που μεταφέρουν τα προικιά, και τα μπαούλα, την συνοδεία της νύφης με τα μουσικά όργανα, τους καλεσμένους με τις μισίνες (μαντίλια) στο πέτο κλπ.
15. Αναμνήσεις από την ...ασπρόμαυρη και έγχρωμη tv.



Πάνε κείνα τα χρόνια... Περάσανε... θα πείτε ίσως!

Α. ΣΗΜΑΤΑ ΚΑΝΑΛΙΩΝ - ΤΗΛΕΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΡΙΕΣ
ΕΡΤ | ΥΕΝΕΔ | Κέλλυ Σακάκου | Νάκυ Αγάθου | Σάσα Μανέττα | Ρίτα Ασημακοπούλου | Σακάκου - Αγάθου - Ράνια Μιχελή - Ολίνα Ξενοπούλου - Μαρία Λεκάκη - Αθηνά Σωτηροπούλου
Β. ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΕΙΡΕΣ
Άλκης Στέας ο "ευτυχείτε" | Φρέντυ Γερμανός "Αλάτι και πιπέρι" | Τέρενς Κουΐκ "Ο καλύτερος θα κερδίσει" | Μουσικόραμα
Ο παράξενος ταξιδιώτης | Ο άγνωστος πόλεμος | Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο | Λούνα παρκ | Ορκιστείτε παρακαλώ
Γ. ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ
Forte σημαίνει δύναμη | Αzax άσπρος σίφουνας | Kolynos οδοντόκρεμα | κολώνια 4711 | Η θεία Όλγα ξέρει - απορρυπαντικό | Ούζο 12 | Misko μακαρόνια | Henninger - κουτί κουτί | Κουρτάκη κρασί | Dry clean - γκαρσόν λεκιάστηκα! | Softex χαρτομάντηλα | BIC ξυρίζει ανάβει γράφει | εγκυκλοπαίδεια Δομή | γάλα Βλάχας - τρέξε τρέξε μικρούλη | Carnation γάλα | Serenata γκοφρέτα | Φουντούνια - με τον Χάρρυ Κλυνν | μικρό μου Pony | Αιγαίο υφάσματα | Patistas καλλυντικά | Βερόπουλος - είναι κεφάτη | Μαρινόπουλος - ο ΠΜ με τη δραχμή | Λάκης ο εισαγόμενος - ο επιμένων ελληνικά
Δ. ΞΕΝΕΣ ΣΕΙΡΕΣ
Lassie - Λάσσυ | Skippy - Σκίπυ | Tarzan - Ταρζάν | Pink Panther - Ροζ πάνθηρ | Tom and Jerry - Τομ και Τζέρυ | Flintstones - Φλίντστοουνς | Thunderbirds - Κεραυνοί του διαστήματος | Bonanza - Μπονάντσα | Hawaii 5-0 Χαβάη 5-0 | 12 o'clock high - Δωδεκάτη ώρα | Combat - Η μάχη | The fugitive - Ο φυγάς | The Saint - Ο Άγιος | Kojak - Κότζακ (Τέλλυ Σαββάλας) | I dream of Jeannie - Η Τζίνη και το τζίνι | Bewitched - Η μάγισσα | The flying nun - Ιπτάμενη καλόγρια | Peyton place - Πέητον πλέις | The Waltons - Οικογένεια Γουόλτονς | The Partridge family - Πάρτριτζ φάμιλυ | The little house on the prairie - Το μικρό σπίτι στο λιβάδι | Land of the giants - Στη χώρα των γιγάντων | Lost in space - Χαμένοι στο διάστημα | Space 1999 - Διάστημα 1999 | Star trek - Σταρ τρεκ | Dallas - Ντάλλας | Dynasty - Δυναστεία | The bold and the beautiful - Τόλμη και γοητεία | Love boat - Το πλοίο της αγάπης | The man from Atlantis - Ο άνθρωπος από την Ατλαντίδα | The invisible man - Ο αόρατος άνθρωπος | Police woman - Η αστυνομικίνα | Charlie's Angels - Οι Άγγελοι του Τσάρλυ | The Dukes of Hazzard - Οι Ντιουκς | MacGyver - Μακγκάιβερ | Knight rider - Ο ιππότης της ασφάλτου | Baywatch - Μπέιγουοτς | Miami vice - Μαϊάμι βάις | Mission impossible - Επικίνδυνες αποστολές.
...Υπάρχουν, σίγουρα, και άλλα πολλά που δεν τα αναφέρουμε εδώ...

Εσείς, τα παιδιά, ...για καλέστε λίγο τους γονείς σας στο κομπιούτερ σας, για να θυμηθούν λιγάκι ...τα νιάτα τους μπροστά στην τότε τηλεόραση και τις αγαπημένες τους σειρές! Σίγουρα θα τους συγκινήσετε...
16. Τα ξένα μουσικά ακούσματα ..των περασμένων δεκαετιών.
Στο κείμενο που ακολουθεί συγκεντρώσαμε όλα τα βασικά στοιχεία που καθόρισαν, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, την πορεία της σύγχρονης δυτικής μουσικής σκηνής σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο, και επομένως και στην Ελλάδα, με τις επιρροές που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αυτή, λίγο ή πολύ, σε όλους μας...
Από τα πρώτα blues της Αμερικής (Muddy Waters, Otis Rush, John Lee Hooker, B.B. King) έγινε σταδιακά, στην δεκαετία του '50, το πέρασμα προς στο rock'n'roll με τον Bill Haley και το rockabilly με τον Elvis Prisley και τον Jerry Lee Lewis. Λίγο πιο μετά, στις αρχές της δεκαετίας του '60 εμφανίζεται το αρχικό rock με τους Άγγλους Beatles, καθώς και τους Animals με τον Eric Burton, τους Kinks, τους Rolling Stones, τους Who και τους Yardbirds με τον Eric Clapton, όπως παράλληλα και το blues-rock (Moody Blues, Cream, αργότερα και οι Bad Company, ZZ Top.).





Από την δεκαετία του '50, όμως, και μετά εμφανίζεται και η soul (Ray Charles, Aretha Franklin, Temptations, Supremes, Stevie Wonder, αργότερα η Whitney Huston και η Sade). Στα μέσα του '60 εμφανίστηκε και η funk με τον James Brown, ενώ στα τέλη του '60 έρχεται από την Τζαμάϊκα και η reggae με τον Bob Marley. Στα τέλη του '70, επιπλέον, έχει εμφανιστεί και η disco με τον Michael Jackson, τους Boney M, την Donna Summer, την Diana Ross, την Amanda Lear και φυσικά με τους Bee Gees (και τα τραγούδια από την ταινία Saturday night fever).


17. Οι κιθάρες Epiphone και ο Επαμ. Σταθόπουλος από το Καστόρειο!


Ο πατέρας του, Αναστάσιος Σταθόπουλος, γεννήθηκε το 1863 στην Καστανιά [Καστόρειο] του Δήμου Πελλάνας Λακωνίας, όπου ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στο εκεί σχολείο. Το 1864 γράφτηκε στo μητρώο αρρένων της κοινότητας Μαγούλας Λακωνίας, όπου ήταν δημότης.
Η τετραμελής οικογένεια, ο Αναστάσης, η αδερφή του, Παναγιώτα και οι γονείς του, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον μετανάστευσαν στη Σμύρνη το 1873. Εκεί ο πατέρας ασχολήθηκε με το εμπόριο ξυλείας, ενώ την ίδια χρονιά ο Αναστάσιος έφτιαξε το πρώτο του όργανο. Σίγουρα εκεί ο Αναστάσιος θα ήρθε σε επαφή με σημαντικούς κατασκευαστές αν και πιστεύεται ότι και ο πατέρας του έφτιαχνε όργανα. Στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της τέχνης του. Αρχικά δούλεψε στο κατάστημα του Ιταλού Κορλέττι, σε διαφήμιση του οποίου αναφέρεται ως γνωστός εν Αθήναις οργανοποιός. Στη συνέχεια και πιθανότατα μετά το γάμο του με την Μαριάνθη Βάμβα, Χιώτισσα γεννημένη στη Σμύρνη, άνοιξε δικό του εργαστήριο. Εκεί λοιπόν ο Αναστάσιος έφτιαχνε μαντολίνα, λαούτα, βιολιά, κιθάρες και πιθανότατα, μπουζούκια και μπάντζο. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ήταν εξαίρετος μουσικός και συνήθιζε να παίζει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Στη Σμύρνη το ζευγάρι απέκτησε 4 παιδιά, τους: Επαμεινώνδα, Ορφέα, Αλέξανδρο και την Αλκμήνη.
Ωστόσο, το 1903 σε ώριμη ηλικία, 43 ετών, αναγκάστηκε να φύγει για την Νέα Υόρκη, που ήταν ο νέος κόσμος των ευκαιριών, με έντονο το ελληνικό και ειδικά το λακωνικό στοιχείο (στις αρχές του 20ου αι. ζούσαν γύρω στους 10.000 Έλληνες). Στις 11-9-1903 έφτασε, λοιπόν, στη Ν. Υόρκη και από την αρχή της παρουσίας του εκεί ξεκινά να εργάζεται ως οργανοποιός. Η οικογένεια ζει στην ελληνική συνοικία. Στο ισόγειο μιας οικοδομής, ο Αναστάσιος εργάζεται και στον πρώτο όροφο είναι η κατοικία της οικογένειας. Οι δουλειές πάνε καλά για τον Αναστάσιο και έτσι προσλαμβάνει τον Ιταλό προικισμένο μάστορα Henry Cappielo. Την πρώτη περίοδο του στη Νέα Υόρκη κατασκευάζει κυρίως μαντολίνα, αφού αυτά είχαν ζήτηση. Το ζευγάρι εκεί αποκτά τα μικρότερα παιδιά τους Φρίξο και Έλλη (πέθανε το 1994), ενώ φροντίζει τα παιδιά αφενός να μάθουν την τέχνη της οργανοποιίας και αφετέρου να σπουδάσουν. Έτσι λοιπόν καθηγητές γαλλικών και πιάνου βρίσκονται στο σπίτι, ενώ ο μεγάλος γιος ο Επαμεινώνδας ήταν αριστούχος του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του πανεπιστημίου Koλούμπια. Ο Αναστάσιος επεκτείνει την δραστηριότητα του, εκδίδει καταλόγους και ασχολείται και με την εμπορία οργάνων. Πιθανότατα γύρω στα 1910 αρχίζει να ασχολείται επισταμένα με την κατασκευή του μπουζουκιού. Φτιάχνει διαφορετικά μοντέλα, άλλα πιο απλά, άλλα με περισσότερη διακόσμηση, χρησιμοποιώντας πολύτιμα υλικά, συγκεράζοντας το μπουζούκι με το ναπολιτάνικο μαντολίνο. Η φήμη του εξαπλώνεται και ο ίδιος στα 1912 κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα, (πιθανότατα) για να φέρει όργανα προς πώληση, ενώ παράλληλα και οι ομογενείς φέρνουν τα περίφημα μπουζούκια του στην Ελλάδα. Ο Αναστάσιος παρ' όλα αυτά αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά του και έτσι τον βρήκε ο θάνατος τον Ιούλιο του 1915.
Η τετραμελής οικογένεια, ο Αναστάσης, η αδερφή του, Παναγιώτα και οι γονείς του, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον μετανάστευσαν στη Σμύρνη το 1873. Εκεί ο πατέρας ασχολήθηκε με το εμπόριο ξυλείας, ενώ την ίδια χρονιά ο Αναστάσιος έφτιαξε το πρώτο του όργανο. Σίγουρα εκεί ο Αναστάσιος θα ήρθε σε επαφή με σημαντικούς κατασκευαστές αν και πιστεύεται ότι και ο πατέρας του έφτιαχνε όργανα. Στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη βρήκε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της τέχνης του. Αρχικά δούλεψε στο κατάστημα του Ιταλού Κορλέττι, σε διαφήμιση του οποίου αναφέρεται ως γνωστός εν Αθήναις οργανοποιός. Στη συνέχεια και πιθανότατα μετά το γάμο του με την Μαριάνθη Βάμβα, Χιώτισσα γεννημένη στη Σμύρνη, άνοιξε δικό του εργαστήριο. Εκεί λοιπόν ο Αναστάσιος έφτιαχνε μαντολίνα, λαούτα, βιολιά, κιθάρες και πιθανότατα, μπουζούκια και μπάντζο. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ήταν εξαίρετος μουσικός και συνήθιζε να παίζει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Στη Σμύρνη το ζευγάρι απέκτησε 4 παιδιά, τους: Επαμεινώνδα, Ορφέα, Αλέξανδρο και την Αλκμήνη.
Ωστόσο, το 1903 σε ώριμη ηλικία, 43 ετών, αναγκάστηκε να φύγει για την Νέα Υόρκη, που ήταν ο νέος κόσμος των ευκαιριών, με έντονο το ελληνικό και ειδικά το λακωνικό στοιχείο (στις αρχές του 20ου αι. ζούσαν γύρω στους 10.000 Έλληνες). Στις 11-9-1903 έφτασε, λοιπόν, στη Ν. Υόρκη και από την αρχή της παρουσίας του εκεί ξεκινά να εργάζεται ως οργανοποιός. Η οικογένεια ζει στην ελληνική συνοικία. Στο ισόγειο μιας οικοδομής, ο Αναστάσιος εργάζεται και στον πρώτο όροφο είναι η κατοικία της οικογένειας. Οι δουλειές πάνε καλά για τον Αναστάσιο και έτσι προσλαμβάνει τον Ιταλό προικισμένο μάστορα Henry Cappielo. Την πρώτη περίοδο του στη Νέα Υόρκη κατασκευάζει κυρίως μαντολίνα, αφού αυτά είχαν ζήτηση. Το ζευγάρι εκεί αποκτά τα μικρότερα παιδιά τους Φρίξο και Έλλη (πέθανε το 1994), ενώ φροντίζει τα παιδιά αφενός να μάθουν την τέχνη της οργανοποιίας και αφετέρου να σπουδάσουν. Έτσι λοιπόν καθηγητές γαλλικών και πιάνου βρίσκονται στο σπίτι, ενώ ο μεγάλος γιος ο Επαμεινώνδας ήταν αριστούχος του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του πανεπιστημίου Koλούμπια. Ο Αναστάσιος επεκτείνει την δραστηριότητα του, εκδίδει καταλόγους και ασχολείται και με την εμπορία οργάνων. Πιθανότατα γύρω στα 1910 αρχίζει να ασχολείται επισταμένα με την κατασκευή του μπουζουκιού. Φτιάχνει διαφορετικά μοντέλα, άλλα πιο απλά, άλλα με περισσότερη διακόσμηση, χρησιμοποιώντας πολύτιμα υλικά, συγκεράζοντας το μπουζούκι με το ναπολιτάνικο μαντολίνο. Η φήμη του εξαπλώνεται και ο ίδιος στα 1912 κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα, (πιθανότατα) για να φέρει όργανα προς πώληση, ενώ παράλληλα και οι ομογενείς φέρνουν τα περίφημα μπουζούκια του στην Ελλάδα. Ο Αναστάσιος παρ' όλα αυτά αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά του και έτσι τον βρήκε ο θάνατος τον Ιούλιο του 1915.
Η Mαριάνθη μαζί με τον μεγάλο γιο, τον Επαμεινώνδα, ανέλαβαν τη διοίκηση της επιχείρησης μετονομάζοντας την σε House of Stathopoulo (το τελικό σίγμα αφαιρείται, για να είναι πιο εύηχο το όνομα εκεί). Συνεχίζουν την παραγωγή του πατέρα, ενώ ο Εpi (Επαμεινώνδας) αρχίζει να σχεδιάζει την εξέλιξη της επιχείρησης. Έτσι ανοίγεται στην αγορά του μπάντζο, που τότε είχε έξαρση, αγοράζοντας μια άλλη εταιρεία κατασκευής. Ο Epi, κοσμοπολίτης, έχει το προσωνύμιο στη Νέα Υόρκη, Duke (ο Δούκας). Επιμελημένη εμφάνιση, αρχοντική συμπεριφορά, εντυπωσιακή σύζυγος, νυχτερινή ζωή, στοιχειοθετούν το πρότυπο του businessman του μεσοπολέμου που ενσαρκώνει. Μετονομάζει την εταιρεία Εpiphone (Επι + Φωνή) και έτσι δημιουργείται μια από τις σημαντικότερες εταιρείες κατασκευής μουσικών οργάνων. Προσλαμβάνει έμπειρο προσωπικό, καταχωρεί πατέντες στο όνομα του, ενώ ανοίγεται στην αγορά της κιθάρας. Κατασκευάζει μοντέλα με σκάφος (archtop) και ακουστικές. Παράλληλα εξετάζει τη χρήση του μαγνήτη στην κιθάρα. Χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε Σάββατο απόγευμα οι σπουδαιότεροι κιθαρίστες των Big Band και των Jazz Club της Νέας Υόρκης μαζεύονται στο εκθετήριο της Epiphone για να δοκιμάσουν τα νέα όργανα. Η εταιρεία γνωρίζει τεράστια πρόοδο και ευημερία. Μια αυτοκρατορία έχει γεννηθεί !
Το 1937 η Epiphone παρουσιάζει μαγνήτες με ρυθμιζόμενους πόλους και κερδίζει την αποδοχή και την αναγνώριση μεταξύ των πρώτων ονομάτων μουσικών τις εποχής. Το 1941, μάλιστα, ο κιθαρίστας Les Paul πραγματοποιεί πειράματα στο εργοστάσιο της Epiphone (τις Κυριακές που ήταν κλειστό), που οδήγησαν στην κατασκευή της πρώτης ηλεκτρικής κιθάρας με σώμα μασίφ ξύλο (solid body). Μέχρι τότε προσπαθούσαν να βάλουν μαγνήτες σε κιθάρες ακουστικές ή ημιακουστικές. Το γεγονός αυτό θεωρείται η μεγαλύτερη συνεισφορά της Epiphone στην ιστορία της ηλεκτρικής κιθάρας. Ο θάνατος, όμως, του Epi από λευχαιμία το 1943, επέφερε κρίση στην εταιρεία. Ο Ορφέας και ο Φρίξος δεν μπόρεσαν ποτέ να συνεργαστούν αρμονικά και έτσι η εταιρεία πουλήθηκε το 1957 στην Gibson, το μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, για μόλις 20.000 δολάρια, έχοντας χάσει την αρχική της αίγλη. Η Gibson, όπως γράφεται, κράτησε μόνο ό,τι χρειαζόταν και όλα τα υπόλοιπα καλούπια, εργαλεία κλπ, τα έκαψε σε μια τεράστια φωτιά πίσω απ’ το εργοστάσιο της Epiphone. Μαζί με αυτά ίσως και τα καλούπια του Αναστάσιου.
Γιάννης Τσουλόγιαννης (Φιλόλογος – ερασιτέχνης Οργανοποιός)
--.--
Η ιστορία της Epiphone καταγράφεται εν συντομία στο site της εταιρείας www.epiphone.com.
(εδώ σε μετάφραση ένα μέρος της):
1863: Ο Αναστάσιος Σταθόπουλος γεννιέται στην Σπάρτη. Ο πατέρας του Νικόλαος Σταθόπουλος ήταν έμπορος ξυλείας.
1873: Ο Αναστάσιος (σύμφωνα με τα φυλλάδια της Epiphone του 1930) σε ηλικία 10 ετών κατασκευάζει το πρώτο του όργανο.
1877: Η οικογένεια Σταθόπουλου μετακομίζει στη Σμύρνη της Μ. Ασίας.
1890: Ο Αναστάσιος Σταθόπουλος εγκαθιστά ένα μεγάλο εργοστάσιο μουσικών οργάνων στην Σμύρνη και κατασκευάζει βιολιά, μαντολίνα, λαούτα (και πιθανώς μπουζούκια).
1893: Γεννιέται ο γιος του Αναστάσιου και της Μαριάνθης, Επαμεινώνδας Σταθόπουλος.
1903: Με τους διωγμούς των Ελλήνων από τους Τούρκους, ο Αναστάσιος μετακομίζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του, που εκτός από τον Επαμεινώνδα, περιλαμβάνει ακόμα δύο γιους, τον Αλέξανδρο και τον Ορφέα, καθώς και μια κόρη, την Αλκμήνη. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μετανάστευσης το τελικό σίγμα (–ς) του ονόματός τους αφαιρείται και έτσι στο μέλλον οι ετικέτες στα όργανα του Αναστάσιου θα λένε πλέον A. Stathopoulo. Στην Νέα Υόρκη θα γεννηθούν ακόμα δύο παιδιά του Αναστάσιου, ο Φρίξος και η Έλλη.
1915: Ο Αναστάσιος Σταθόπουλος πεθαίνει και αφήνει επικεφαλής της επιχείρησης τον Επαμεινώνδα (που χαϊδευτικά τον φώναζαν “Epi”), με δεύτερο στην τάξη τον Ορφέα. Από εκείνο το σημείο και μετά αρχίζει μια νέα και μοντέρνα επιχείριση που θα έπαιρνε αργότερα το όνομα Epiphone, το οποίο θα γινόταν διάσημο και θα αντιπροσώπευε μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες μουσικών οργάνων.
1917 Ο Epi αρχίζει να βάζει στις ετικέτες των οργάνων την φίρμα House of Stathopoulo και παίρνει την πρώτη του πατέντα για την κατασκευή μπάντζο.
1924 O Epi συνδυάζει το όνομά του με την κατάληξη phone, που προέρχεται από την ελληνική λέξη για τον ήχο (φωνή) και κατοχυρώνει και αρχίζει να χρησιμοποιεί το όνομα Epiphone σαν brand name των μπάντζο που κατασκεύαζε.
1925-1937: Ακολουθεί η μια επιτυχία μετά την άλλη και εκτός των μπάντζο κατασκευάζει και κιθάρες, ακουστικές και ηλεκτρικές.
1937: Η Epiphone παρουσιάζει μαγνήτες με ρυθμιζόμενους πόλους και κερδίζει την αποδοχή και την αναγνώριση μεταξύ των πρώτων ονομάτων μουσικών τις εποχής.
1941: Ο κιθαρίστας Les Paul πραγματοποιεί πειράματα στο εργοστάσιο της Epiphone (τις Κυριακές που ήταν κλειστό), που οδήγησαν στην κατασκευή της πρώτης ηλεκτρικής κιθάρας με σώμα μασίφ ξύλο (solid body). Μέχρι τότε προσπαθούσαν να βάλουν μαγνήτες σε κιθάρες ακουστικές ή ημιακουστικές. Το γεγονός αυτό θεωρείται η μεγαλύτερη συνεισφορά της Epiphone στην ιστορία της ηλεκτρικής κιθάρας.
1943: Ο Epi πεθαίνει από λευχαιμία και η παρακμή της εταιρείας αρχίζει, αφού τα αδέλφια του που ανέλαβαν την εταιρεία δεν είχαν τις ικανότητες του Epi, σε μια συγκυρία πάρα πολύ αρνητική λόγω του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Η παραγωγή της εταιρείας μειώθηκε πάρα πολύ και σχεδόν περιορίστηκε στην κατασκευή μπάσων.
1957: Η Epiphone εξαγοράζεται από την εταιρεία Gibson αντί 20.000$, η οποία διατήρησε το brand name Epiphone και ξαναζωντάνεψε τη γραμμή παραγωγής των κιθαρών.
Aπό τότε λοιπόν αρχίζει μια άλλη πορεία της Epiphone, η οποία συνεχίζει μέχρι τις ημέρες μας, με λαμπερά ονόματα να χρησιμοποιούν τα όργανα που κατασκεύαζε και με διάφορες καμπές και διακυμάνσεις.
Προέλευση: NovaFM106 Music Radio
Η ακόλουθη ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο: greekluthiers.wordpress.com
Συνέδριο Οργανοποιίας στη Σπάρτη
Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2009
Όλοι οι ασχολούμενοι, έστω και στοιχειωδώς, με τα μουσικά όργανα γνωρίζουν την πολύ μεγάλη εταιρεία μουσικών οργάνων Epiphone. Οι περισσότεροι όμως δεν γνωρίζουν ότι ο ιδρυτής της Epiphone ήταν ένας συμπατριώτης μας, ο Επαμεινώνδας Σταθόπουλος, γιος του οργανοποιού Αναστάσιου Σταθόπουλου, που ξεκίνησε από τη Σπάρτη.
Να λοιπόν που το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Σπάρτης, ο Σύλλογος Φίλων Λαϊκής Παραδοσιακής και Ρεμπέτικης Μουσικής Λακωνίας και η εφημερίδα Παρατηρητής διοργανώνουν συνέδριο Οργανοποιίας στη Σπάρτη, αφιερωμένο στον μεγάλο αυτό Λάκωνα οργανοποιό και στην οικογένειά του.
Στην εκδήλωση θα συμμετέχουν μερικοί από τους σημαντικότερους Έλληνες οργανοποιούς της Ελλάδας, ενώ στο πλαίσιο της θα διοργανωθεί έκθεση μουσικών οργάνων του Σταθόπουλου αλλά και άλλων παλαιών και σύγχρονων οργανοποιών.
Όσοι ενδιαφέρονται για τη λαϊκή μας παράδοση και ιδιαίτερα για τα μουσικά όργανα ας σημειώσουν την ημερομηνία της μοναδικής αυτής εκδήλωσης: 13 Ιουνίου, ώρα 20:30, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Σπάρτης.
18. Τα αρχεία μεταναστών της νήσου Ellis στις Η.Π.Α.
Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε κάποιον συγγενή, έστω και μακρινό, σε κάποιο μέρος του κόσμου… και συνήθως στην Αμερική. Η μετανάστευση των Ελλήνων από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Η φτώχεια, το άγονο έδαφος, οι πολυπληθείς οικογένειες, η έλλειψη εργασίας, οι δυσκολίες της αγροτικής ζωής κλπ. συνέβαλαν αποφασιστικά στην τάση του αγροτικού δυναμικού για την φυγή προς την Αθήνα ή σε κάποια ξένη χώρα, όπου θα μετατρεπόταν κατά κύριο ποσοστό σε αστικό εργατικό δυναμικό. Έτσι, χιλιάδες ήταν εκείνοι που με μόνη τους αποσκευή …την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο έφευγαν με τα πλοία της εποχής για το εξωτερικό!
Γενικά, για να βρει κάποιος στοιχεία για τους συγγενείς του στο εξωτερικό βρήκαμε, για παράδειγμα, τις εξής ιστοσελίδες:
1) http://www.ancestry.com/
2) http://www.searchforancestors.com/
3) http://www.searchforancestors.com/locality/
Σε αυτές τις ιστοσελίδες αναγράφεις ένα επίθετο (ή μαζί και το όνομα) και το πρόγραμμα ανατρέχει σε όλα τα σχετικά αρχεία δεδομένων, για να παρουσιάσει έπειτα όλα τα αποτελέσματα για τα στοιχεία που δίνεις. Στην τρίτη ιστοσελίδα επιλέγεις ειδικότερα την χώρα που θέλεις, για να αναζητήσεις πιο συγκεκριμένα στοιχεία από εκεί. [Όμως δεν μείναμε και απόλυτα ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα που δίνουν αυτές οι ιστοσελίδες, γιατί κυριαρχούν τα στοιχεία που δίνουν για την Αμερική κυρίως, αν και επιλέγεις άλλη χώρα. Γι' αυτό, αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάποια καλύτερη ιστοσελίδα, ας μας ενημερώσει σχετικά...]
Γενικά, για να βρει κάποιος στοιχεία για τους συγγενείς του στο εξωτερικό βρήκαμε, για παράδειγμα, τις εξής ιστοσελίδες:
1) http://www.ancestry.com/
2) http://www.searchforancestors.com/
3) http://www.searchforancestors.com/locality/
Σε αυτές τις ιστοσελίδες αναγράφεις ένα επίθετο (ή μαζί και το όνομα) και το πρόγραμμα ανατρέχει σε όλα τα σχετικά αρχεία δεδομένων, για να παρουσιάσει έπειτα όλα τα αποτελέσματα για τα στοιχεία που δίνεις. Στην τρίτη ιστοσελίδα επιλέγεις ειδικότερα την χώρα που θέλεις, για να αναζητήσεις πιο συγκεκριμένα στοιχεία από εκεί. [Όμως δεν μείναμε και απόλυτα ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα που δίνουν αυτές οι ιστοσελίδες, γιατί κυριαρχούν τα στοιχεία που δίνουν για την Αμερική κυρίως, αν και επιλέγεις άλλη χώρα. Γι' αυτό, αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάποια καλύτερη ιστοσελίδα, ας μας ενημερώσει σχετικά...]
Ειδικά, τώρα, για τις Η.Π.Α. η είσοδος και ο υγειονομικός κλπ. έλεγχος των μεταναστών γινόταν κυρίως στην νήσο Ellis, ένα μικρό νησί στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, που είναι σε όλους μας γνωστό, επειδή επάνω του βρίσκεται το πασίγνωστο άγαλμα της Ελευθερίας! Εκεί, λοιπόν, σε αυτό το νησί ξεκινούσε ο καημός των μεταναστών και η αγωνία τους για το αν θα τους δεχτούν στην χώρα… Στα κτήριά του υπάρχουν, μάλιστα, ακόμα και σήμερα πρόχειρες αναγραφές στους τοίχους με ονόματα και ημερομηνίες άφιξης γραμμένες από τα χέρια διαφόρων μεταναστών εκείνης της περιόδου…
Προσοχή: μην περιμένετε να δείτε ως τόπο καταγωγής για τους περισσότερους από τους συγγενείς σας το όνομα Pellana, γιατί τότε, ως γνωστόν, δεν υπήρχε ακόμη αυτή η ονομασία, αλλά μια από τα ακόλουθα: Kalyvia, Kalivia, Calivia, Georgitsi, Georgitzi, Giorgitsi, Georgitsion, Georgitsiou, Georgitsian, Sparta, Sparti κλπ.
Πιο αναλυτικά η διαδικασία έχει ως εξής:
1. Στην αρχική ιστοσελίδα που εμφανίζεται γράφουμε (τουλάχιστον) το επίθετο που θέλουμε στο κουτάκι Passenger's Last Name (π.χ. όπως αυτό που επιλέξαμε εμείς στην εικόνα) και επιλέγουμε αποκάτω START SEARCH:
1. Στην αρχική ιστοσελίδα που εμφανίζεται γράφουμε (τουλάχιστον) το επίθετο που θέλουμε στο κουτάκι Passenger's Last Name (π.χ. όπως αυτό που επιλέξαμε εμείς στην εικόνα) και επιλέγουμε αποκάτω START SEARCH:
Καλή αναζήτηση, λοιπόν, …και καλές συγκινήσεις!!
19. Λεωφόρος Μεγαλοπόλεως - Σπάρτης
Δημοσιεύθηκε στις 29/03/2020 από την ιστοσελίδα notospress.gr
Στην δεκαετία του 1930 οι κάτοικοι των λακωνικών χωριών του Β. Ταϋγέτου συντονίστηκαν με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών της Αρκαδίας, στην περιοχή Μεγαλοπόλεως, προκειμένου να διεκδικήσουν από το κράτος την κατασκευή ενός αμαξιτού δρόμου, που να συνδέει την Σπάρτη με την Μεγαλόπολη περνώντας από τα χωριά τους.
Η χάραξη του δρόμου θα γινόταν περίπου πάνω στα χνάρια του αρχαίου δρόμου και σ’ αυτήν την προσπάθεια στρατεύθηκαν εκτός από τους κατοίκους των χωριών και οι ξενιτεμένοι Λάκωνες και Αρκάδες των περιοχών, καθώς και οι πολιτικοί της Αρκαδίας και της Λακωνίας του καιρού εκείνου, προκειμένου να εξευρεθούν τα χρήματα για το μεγάλο και δύσκολο αυτό έργο, το οποίο θα έβγαζε από την απομόνωση τα χωριά.
Ήταν τέτοια η φλόγα της διεκδίκησης του δρόμου αυτού (ο οποίος έλαβε από το λαό – πριν ακόμα γίνει – το όνομα: «Λεωφόρος Μεγαλοπόλεως - Ρουτσίου - Σπάρτης»), ώστε με την έγκριση των αντιπροσώπων των κοινοτήτων εκτυπώθηκε το 1934 και ένα «προπαγανδιστικό» φυλλάδιο (τύπου αφίσας) το οποίο σίγουρα θα διανεμήθηκε ευρέως προς πάσα κατεύθυνση. Η χαρτονένια αυτή αφίσα τυπώθηκε στην Αθήνα, ήταν έγχρωμη και απεικόνιζε έναν χωριάτη με παραδοσιακή ενδυμασία, ο οποίος αντιπροσώπευε τους κατοίκους των χωριών, και αντίκρυ του έναν «φραγκοφορεμένο», ο οποίος αντιπροσώπευε τους ξενιτεμένους της περιοχής. Οι δυο αυτοί κρατούσαν στα χέρια τους ένα ποίημα - διάλογο, λαϊκής στιχοπλοκής, που προπαγάνδιζε την κατασκευή του δρόμου. [...] Εκτός από το ποίημα στα δεξιά της αφίσας ήταν ένας «χάρτης» του νέου δρόμου με τα χωριά που θα εξυπηρετούσε μεταξύ Μεγαλοπόλεως και Σπάρτης:
Από τη μεριά της Αρκαδίας αναγράφονται: Μεγαλόπολις, Περιβόλια, Βρυσούλες, Ραψομμάτι, Γέφυρα, Ρούτσιον, Ανεμοδούριον, Αναβρυτόν, Βουτσαρά, Γραικού, Σκορτσινού.
Και από τη μεριά της Λακωνίας: Λογκανίκος, Αγόριανη, Άγ. Κων/νος, Γεωργίτσιον, Αλευρού, Καστόρειον, Πελλάνα, Βορδόνια, Σουστιάνοι, Λογγάστρα, Βάρσοβα, Μαγούλα, Σπάρτη.
Τελικά, ο κοινός αγώνας των κατοίκων Λακωνίας - Αρκαδίας ευοδώθηκε, ο δρόμος έγινε και τα χωριά βγήκαν από την απομόνωση στην οποία ήταν καταδικασμένα. Ήταν ένα δρόμος δύσκολος, στενός, με πολλές στροφές και μεγάλες υψομετρικές διαφορές, όμως τη δουλειά του την έκανε μια χαρά για πολλές δεκαετίες και πάνω απ’ όλα έδινε την ευκαιρία στον ταξιδευτή να απολαύσει το πανέμορφο και μοναδικό φυσικό τοπίο της διαδρομής μέσα από τον Ταΰγετο.
Στα χρόνια μετά το 1990 ο δρόμος αυτός έγινε αντικείμενο διαρκών πολιτικάντικων εξαγγελιών για βελτίωσή του, έως ότου έγινε η χάραξη του νέου σύγχρονου αυτοκινητόδρομου Λεύκτρου-Σπάρτης, ο οποίος έβγαλε από το προσκήνιο τον παλιό δρόμο. Παρ’ όλα αυτά παραμένουν, ακόμα, πολλοί λάτρεις και νοσταλγοί του παλιού δρόμου, τον οποίο προτιμούν αντί του καινούριου αυτοκινητόδρομου.
Σε κάθε περίπτωση ο παλιός αυτός δρόμος θα παραμένει ένα σύμβολο για το τι μπορούν να πετύχουν οι πολίτες ενωμένοι γύρω από έναν κοινό σκοπό. (Βαγγέλης Μητράκος)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου